Ρεκόρ Γκίνες – Αύξηση Πρωτογενών Πλεονασμάτων και Δημοσίου Χρέους!

Γιώργος Βάμβουκας,  Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Αντικείμενο ανάλυσης του σημερινού άρθρου αποτελεί η γενικότερη κατάσταση των Δημοσίων Οικονομικών της χώρας, όπως αυτή απεικονίζεται από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ) και της Τράπεζας της Ελλάδας. Τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία του ΓΛΚ και της Τράπεζας της Ελλάδας που αφορούν το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, είναι διφορούμενα και συγκεχυμένα ως προς την εκτέλεση του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού εντός του 2019.

Ας ξεκινήσουμε πρώτα με το σχολιασμό των στοιχείων του ΓΛΚ που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 16 Αυγούστου 2019. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΛΚ της περιόδου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, τα φορολογικά  έσοδα από άμεσους και έμμεσους φόρους παρουσίασαν στασιμότητα, λόγω του ότι από 26,05 ανήλθαν σε 26,25 παρουσιάζοντας έτσι ποσοστιαία άνοδο μόλις 0,77%. Η στασιμότητα των κρατικών εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους, καταδεικνύει ότι η εθνική μας οικονομία δεν επιδεικνύει αναπτυξιακό δυναμισμό και εμφανώς ακόμα δεν έχει εξέλθει από τη φάση της παρατεταμένης ύφεσης της περιόδου 2008-2018. Αν και τα έσοδα από άμεσους και έμμεσους φόρους είναι στάσιμα, εντούτοις το σύνολο των καθαρών εσόδων του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού (ΓΚΠ) κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019 εμφάνισαν ποσοστιαία αύξηση 6,32%, καθότι από 26,90 αυξήθηκαν σε 28,60 δις ευρώ. Ωστόσο, η συγκεκριμένη άνοδος των συνολικών εσόδων του ΓΚΠ οφείλεται αποκλειστικά σε συγκυριακούς παράγοντες και πιο συγκεκριμένα στην αύξηση από 2,21 σε 3,75 δις ευρώ που την περίοδο αυτή παρουσίασαν τα κρατικά έσοδα από μεταβιβάσεις και ιδιωτικοποιήσεις.

Αναφορικά με την εξέλιξη των δημοσιονομικών δαπανών, τα στοιχεία του ΓΛΚ δείχνουν ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, οι συνολικές δαπανών του ΓΚΠ συμπεριλαμβανομένων των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, σημείωσαν ποσοστό αύξησης της τάξης του 4,85% εφόσον από 29,05 ανήλθαν σε 30,46 δις ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη τα ποσοστά μεταβολής στο σύνολο των καθαρών εσόδων και των δαπανών του ΓΚΠ, διαπιστούται ότι την περίοδο αυτή το έλλειμμα του ΓΚΠ από -2,15 μειώθηκε σε -1,85 δις ευρώ. Αν από τις δημοσιονομικές δαπάνες αφαιρεθούν οι τόκοι, τότε κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, το πρωτογενές πλεονάσματα του ΓΚΠ από 0,93 αυξήθηκε σε 1,78 δις ευρώ.  Δοθέντος όμως ότι τα υφιστάμενα πρωτογενή πλεονάσματα δεν επαρκούν για την κάλυψη του συνόλου των τόκων, συνάγεται ότι ο ΓΚΠ εντός του 2019 συνεχίζει να είναι ελλειμματικός, με αναπόφευκτη συνέπεια την περαιτέρω άνοδο του δημοσίου χρέους της Ελλάδας.

Από την άλλη μεριά, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας που δημοσιεύτηκαν στις 20 Αυγούστου 2019, διίστανται έναντι των αντίστοιχων στοιχείων του ΓΛΚ. Για παράδειγμα, ενώ τα στοιχεία του ΓΛΚ δείχνουν ότι τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, αντιθέτως τα στατιστικά δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδας αποκαλύπτουν την μείωση των εσόδων του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού (ΓΚΠ) εντός της περιόδου αυτής. Με κριτήριο τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, τα έσοδα του ΓΚΠ από 26,62 ελαττώθηκαν σε 25,87 δις ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό μείωσης –2,82%. Η διάσταση των στοιχείων μεταξύ Τράπεζας Ελλάδας και ΓΛΚ είναι οφθαλμοφανής. Ενώ το ΓΛΚ ισχυρίζεται ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019 τα συνολικά έσοδα του ΓΚΠ αυξήθηκαν 6,32%, αντιθέτως για την ίδια χρονική περίοδο τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας αποκαλύπτουν την συρρίκνωση των εσόδων του ΓΚΠ κατά -2,82%. Τελικά, τα έσοδα του ΓΚΠ αυξήθηκαν ή μειώθηκαν κατά την χρονική περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δύναται να δώσει μόνο ο υπουργός Οικονομικών.

Σχετικά με την τάση των δημοσιονομικών δαπανών, η διαφοροποίηση μεταξύ των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΓΛΚ είναι πασιφανής. Όπως προαναφέρθηκε, τα στοιχεία του ΓΛΚ δείχνουν ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, οι συνολικές δαπάνες του ΓΚΠ αυξήθηκαν 4,85%, καθότι από  29,05 ανήλθαν σε 30,46 δις ευρώ. Απεναντίας, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας υποδηλώνουν ότι την περίοδο αυτή, οι δαπάνες του ΓΚΠ από 29,30 ανήλθαν σε 29,87 δις ευρώ, που ισοδυναμεί με ποσοστό αύξησης 1,94%. Από την εμφανή απόκλιση των στοιχείων μεταξύ Τράπεζας Ελλάδας και ΓΛΚ ανακύπτει το ακόλουθο ερώτημα: Κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, το σύνολο των δαπανών του ΓΚΠ αυξήθηκε 1,94% ή 4,85%;

 

 

Πρωτογενές Αποτέλεσμα και Δημόσιο Χρέος  της Ελλάδας 

 

 

Έτη

Πρωτογενές

Αποτέλεσμα

(δις €)

1

Δημόσιο

Χρέος (δις €)

 

2

ΑΕΠ

(δις €)

 

3

Δημόσιο Χρέος

προς ΑΕΠ (2/3)

 

2012 (Μάρτιος)

2012

2013

2014

2015

2016

2017

2018

 

2012-2018

    –

-0,71

-0,88

2,05

4,14

4,86

6,22

5,63

 

21,31

280,3

305,5

321,4

324,1

321,3

326,4

328,7

359,0

202,0

191,2

180,7

178,7

177,3

176,5

180,2

184,7

138,8%

159,8%

177,9%

181,4%

181,2%

184,9%

182,4%

194,4%

Παρατηρήσεις: Πηγή των στοιχείων είναι το “Δελτίο Στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης”, το οποίο σε μηνιαία βάση δημοσιεύεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ).  Το “χρέος της κεντρικής κυβέρνησης” αντικατοπτρίζει το μέγεθος του δημοσίου χρέους της Ελλάδας. Κατά τον υπολογισμό του “πρωτογενούς αποτελέσματος” στις κρατικές δαπάνες δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες τόκων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της χώρας. Αν το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι αρνητικό (-), έπεται ότι οι πρωτογενείς κρατικές δαπάνες είναι μεγαλύτερες των δημοσίων εσόδων και άρα γίνεται λόγος για “πρωτογενές έλλειμμα”. Αντιθέτως, αν το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι θετικό (+), συνάγεται ότι οι πρωτογενείς δαπάνες είναι μικρότερες των συνολικών δημοσίων εσόδων και συνεπώς πρόκειται για “πρωτογενές πλεόνασμα”.

 

Δοθέντων των προαναφερθεισών σοβαρών αποκλίσεων μεταξύ των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΓΛΚ σχετικών με την πορεία των εσόδων και των δαπανών του ΓΚΠ, θα διαπιστωθεί στη συνέχεια ότι η παρατηρούμενη απόκλιση στο επίπεδο του πρωτογενούς πλεονάσματος του ΓΚΠ είναι αξιοσημείωτη. Σύμφωνα με το ΓΛΚ, το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, το πρωτογενές πλεόνασμα του ΓΚΠ από 0,93 ανέβηκε στα 1,78 δις ευρώ, ενώ με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας την περίοδο αυτή το πρωτογενές πλεόνασμα του ΓΚΠ από 1,37 αυξήθηκε μόλις σε 1,52 δις ευρώ. Εν κατακλείδι, την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018/2019, η επιπρόσθετη αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος του ΓΚΠ ήταν 0,85 (1,78-0,93=0,85) ή 0,15 (1,52-1,37=0,15) δις ευρώ;

Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη σύγκριση των δημοσιονομικών στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΓΛΚ, είναι ότι τα Δημόσια Οικονομικά της χώρας εξακολουθούν να βρίσκονται σε άθλια κατάσταση και η κυβερνητική επιχειρηματολογία περί της ύπαρξης υψηλών πρωτογενών κρατικών πλεονασμάτων είναι κάλπικη και ψηφοθηρική. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις μετά το 2012,  επικαλούνται τα υποτιθέμενα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού. Πώς είναι δυνατόν ο κρατικός προϋπολογισμός να παρουσιάζει τα πρωτογενή πλεονάσματα που μας έλεγαν οι κύριοι Σαμαράς, Τσίπρας, Μητσοτάκης, Βενιζέλος, Καμμένος, Στουρνάρας, Χαρδούβελης και Σταϊκούρας, όταν το δημόσιο χρέος της χώρας σημειώνει συνεχή ανοδική τάση; Πέραν πάσης αμφιβολίας, η εμμονή όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων περί υψηλών πρωτογενών κρατικών πλεονασμάτων είναι ψηφοθηρική και εμπεριέχει ρινίσματα τυχοδιωκτισμού.

Με την βοήθεια των στοιχείων που συμπεριλαμβάνεται στον πίνακα του κειμένου, θα γίνουμε πιο σαφείς σχετικά με τις μεγάλες κυβερνητικές ευθύνες για την ζοφερή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Ως γνωστόν, το “πρωτογενές αποτέλεσμα” είναι θετικό, αρνητικό ή μηδενικό. Κατά τον υπολογισμό του πρωτογενούς αποτελέσματος στο σύνολο των κρατικών δαπανών δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες τόκων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος περί “πρωτογενών κρατικών δαπανών”. Αν οι πρωτογενείς κρατικές δαπάνες είναι μεγαλύτερες των δημοσίων εσόδων, τότε ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσιάζει “πρωτογενές έλλειμμα” (-). Αντιθέτως, αν οι πρωτογενείς κρατικές δαπάνες είναι μικρότερες των δημοσίων εσόδων, προκύπτει ότι ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει “πρωτογενές πλεόνασμα” (+). Στην περίπτωση κατά την οποία οι πρωτογενείς δαπάνες είναι ίσες με το επίπεδο των δημοσίων εσόδων, συνάγεται ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι μηδενικό (ουδέτερο) και άρα ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος.

Από τεχνοκρατικής άποψης, η μείωση του δημοσίου χρέους μιας χώρας, τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, προϋποθέτει την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων. Στην περίπτωση κατά την οποία ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσιάζει αξιόλογα πρωτογενή πλεονάσματα, συνάγεται ότι τα πλεονάσματα αυτά επαρκούν για την χρηματοδότηση των τόκων και ενός μέρους των χρεολυσίων, συντελώντας έτσι στην ελάττωση του δημοσίου χρέους. Στην περίπτωση όμως της χώρας μας εγείρεται το εξής ερώτημα: Δεδομένου ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αυξάνεται με ακάθεκτους ρυθμούς, γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις συνεχώς πιπιλίζουν την καραμέλα των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων; Η ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική θα χαρακτηριζόταν πετυχημένη, αν τα επικαλούμενα από τους κυβερνώντες υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα συνέβαλαν στην ελάττωση του δημοσίου χρέους.

Μετά το 2012 όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ισχυρίζονται ότι ο κρατικός προϋπολογισμός επιτυγχάνει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Ανεξάρτητα του γεγονότος αν το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης αποτελεί το 1%, 2%, 3% ή 4% του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης αυξάνεται με ρυθμούς χιονοστιβάδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα του κειμένου, κατά την περίοδο 2012-2018 το σύνολο των πρωτογενών πλεονασμάτων της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε σε 21,31 δις ευρώ. Εφόσον εντός της περιόδου 2012-2018, ο προϋπολογισμός της γενικής κυβέρνησης παρουσίασε πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης των 21,31 δις ευρώ, γιατί κατά την περίοδο Μάρτιος 2012-Δεκέμβριος 2018 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης από 280,3 δις ευρώ ή 138,8% του ΑΕΠ εξακοντίστηκε στα 359 δις ευρώ ή 194,4% του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας; Γιατί την περίοδο 2012-2018, το βραχυπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, όπως αυτό αντανακλάται στο απόθεμα των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, από μόλις 15,2 εκσφενδονίστηκαν στο τρομακτικό ποσό των 814,2  δις ευρώ;

Θλίψη προκαλεί η διαπίστωση, ότι, όλες οι κυβερνήσεις που ψήφισαν μνημόνια και εφαρμόζουν τις εξοντωτικές μνημονιακές πολιτικές, εξακολουθούν αναίσχυντα να λένε συνειδητά και ασύστολα ψεύδη στους πολίτες, κρύβοντας την αλήθεια για την οικτρή  κατάσταση των Δημοσίων Οικονομικών. Οι ευθύνες τους για την αθλιοτάτη κατάσταση των Δημοσίων Οικονομικών είναι τεράστιες και εξακολουθούν να καταγράφονται στις μελανότερες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας. Οι άνθρωποι είναι επαγγελματίες ψεύτες. Ουδεμία βελτίωση υπάρχει στα Δημόσια Οικονομικά της Ελλάδας. Αντιθέτως, τα στοιχεία του πίνακα πιστοποιούν ότι στην εποχή των μνημονίων και της υποτέλειας στις βουλές των ξένων πιστωτών, η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας είναι συνεχής και δραματική.

Ο υποφαινόμενος σε πολλά άρθρα του έχει  θέσει τα προαναφερθέντα και άλλα παρεμφερή ερωτήματα, προσπαθώντας παράλληλα να δώσει και τις κατάλληλες απαντήσεις. Ωστόσο, τα ερωτήματα αυτά θα πρέπει κάποτε να απαντηθούν και από τα κόμματα κυβερνητικής εξουσίας, δηλαδή του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ και της ΔΗΜΑΡ, που μετά τον Μάιο του 2010 εφαρμόζουν μνημονιακές οικονομικές πολιτικές  και επί των ημερών τους το βραχυπρόθεσμο και το μεσομακροπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης σημειώνει ανεξέλεγκτη ανοδική τάση. Οι απαντήσεις στα τεθέντα ερωτήματα ως προς την δυσμενή πορεία των Δημοσίων Οικονομικών της Ελλάδας, σίγουρα θα πρέπει να δοθούν από ανεξάρτητους  τεχνοκράτες και όχι από  κομματικούς εγκάθετους που θα συγκάλυπταν τις μειοδοτικές ευθύνες των κομμάτων κυβερνητικής εξουσίας.

Και ποιος δεν θυμάται την ψηφοθηρική ρητορική του προέδρου των ΑΝΕΛ Πάνου Καμμένου, ο οποίος κατά τις προεκλογικές περιόδους Μαΐου-Ιουνίου 2012 και  Ιανουαρίου 2015, διαλαλούσε την αναγκαιότητα του λογιστικού ελέγχου των Δημοσίων Οικονομικών και ιδίως του λογιστικού ελέγχου του δημοσίου χρέους. Όταν μετά τον Ιανουάριο του 2015, οι ΑΝΕΛ  έγιναν κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρόεδρος τους Πάνος Καμμένος από τον θώκο του υπουργού Εθνικής Άμυνας έπαθε αμνησία, ξεχνώντας τις λαλίστατες προεκλογικές του υποσχέσεις περί λογιστικού ελέγχου των Δημοσίων Οικονομικών  ή της μονομερούς από την πλευρά της Ελλάδας διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του δημοσίου χρέους. Καιροσκόποι πολιτικοί που τους ψήφισε ο ελληνικός λαός και έπραξαν τα αντίθετα από αυτά που προεκλογικά υπόσχονταν ότι θα έπρατταν αν ανέρχονταν στην κυβερνητική εξουσία.

Με κριτήριο τα στοιχεία του πίνακα, δεν είναι παράλογη η ταυτόχρονη άνοδος των πρωτογενών πλεονασμάτων και του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης; Για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν την περίοδο 2015-2018, το άθροισμα των πρωτογενών πλεονασμάτων να προσδιορίζεται στα 20,85 δις ευρώ (4,14+4,86+6,22+5,63=20,85) και ταυτόχρονα το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης από 321,4 να εκτινάσσεται στα 359 δις ευρώ; Αν κάποιος ανατρέξει σε έγκριτες διεθνείς στατιστικές πηγές που αναλύουν την διαχρονική εξέλιξη των κύριων δημοσιονομικών μεγεθών των διαφόρων χωρών της παγκόσμιας οικονομίας, όπως είναι οι περιοδικές εκδόσεις “Fiscal Monitor” του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και “Government Finance Statistics” της Eurostat, θα διαπιστώσει ότι σε ουδεμία χώρα της υφηλίου δεν παρατηρείται το πρωτόγνωρο παράδοξο της Ελλάδας, δηλαδή το πρωτογενές κρατικό πλεόνασμα και το δημόσιο χρέος να σημειώνουν ταυτόχρονη διαχρονική ανοδική πορεία. Όντως πρόκειται για εντυπωσιακό παγκόσμιο ρεκόρ που θα πρέπει να καταγραφεί στο βιβλίο Γκίνες!!

 

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην Ελεύθερη Ώρα στις 25 Αυγούστου 2019.

 

 

 

 

 

 

This entry was posted in Γενικά. Bookmark the permalink.