Ιστορικά Διδάγματα από την Χρεοκοπία του 1893… Και τα Μνημόνια

τουΓιώργου Βάμβουκα, Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ)

 

Η άθλια δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, η συνεχής καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, τα ανοικτά μέτωπα με την κακόβουλη και σοβινιστική Τουρκία, το ακανθώδες δημογραφικό πρόβλημα λόγω της δραματικής μείωσης του ελληνικού πληθυσμού μετά το 2010, η ανεξέλεγκτη εισροή από τα τουρκικά παράλια χιλιάδων προσφύγων και λαθρομεταναστών, η έξαρση της εγκληματικότητας και η παρατεταμένη καθίζηση της εθνικής οικονομίας μετά το 2007, συνθέτουν το κράμα των οξύτατων προβλημάτων που η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας καλείται αποτελεσματικά και αποφασιστικά να αντιμετωπίσει. Ωστόσο, οι όντως δραματικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που βιώνουμε στις μέρες μας, συγκλίνουν στην απαισιόδοξη διαπίστωση ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό προσωπικό, που φέρει την απόλυτη ευθύνη για την δημιουργία και την όξυνση των προβλημάτων αυτών, φαίνεται ανήμπορο να επιλύσει τα φλέγοντα προβλήματα της χώρας.

Μελετώντας προσεκτικά και εμπεριστατωμένα την νεώτερη οικονομική και πολιτική ιστορία της Ελλάδας, διαπίστωσα ότι οι ομοιότητες του σήμερα με τα συγκλονιστικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν την πτώχευση του 1893 είναι πολλές και αξιοσημείωτες. Εύχομαι η πατρίδα μας να μην βιώσει τα οδυνηρά γεγονότα, που διαδραματίστηκαν μετά την πτώχευση του Δεκεμβρίου 1893, με αποκορύφωμα την βαρύτατη ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την πλήρη πολιτικοοικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από τις προστάτιδες δυνάμεις. Τα διδάγματα της ιστορίας δεν πρέπει να αγνοούνται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Η ορθολογική και αποτελεσματική ερμηνεία των ιστορικών φαινομένων συντελεί στην αξιόπιστη εξαγωγή χρήσιμων διδαγμάτων, διδαγμάτων που θα αποτελέσουν το εφαλτήριο για ένα καλύτερο αύριο.

 

Η Πτώχευση του 1893

 

Με τη δική μας ιστορική ματιά, ας προσεγγίσουμε στη συνέχεια το οδοιπορικό των γεγονότων, που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την πτώχευση του 1893.  Βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 1890 και η χώρα προετοιμάζεται για την εκλογική αναμέτρηση της 14ης Οκτωβρίου του 1890. Έχει προηγηθεί η επιτυχής διακυβέρνηση της χώρας από τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896) από τον Μάιο του 1886 έως το Σεπτέμβριο του 1890. Ο σημαντικότερος  πολιτικός αντίπαλος του Τρικούπη είναι ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1826-1905), που ιστορικά αξιολογείται ως ένας από τους μεγαλύτερους δημαγωγούς που έχει αναδείξει η πολιτική σκηνή της Ελλάδας. Το κοινωνικοοικονομικό κλίμα της εποχής ομιχλώδες και κινδυνώδες. Τα Δημόσια Οικονομικά της χώρας σε πολύ κακή κατάσταση. Το εξωτερικό χρέος τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο. Η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους απαιτεί πελώριους χρηματικούς πόρους σε συνάλλαγμα, πόρους που η χώρα δεν διαθέτει λόγω των διευρυνόμενων ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το εθνικό μας νόμισμα, η δραχμή, έρμαιο της διεθνούς κερδοσκοπίας, με οικτρό αποτέλεσμα τη συνεχή υποτίμησή της στις διεθνείς αγορές χρήματος υποδαυλίζοντας την ανοδική πορεία του εξωτερικού χρέους. Η χώρα ψάχνει εναγωνίως στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές την εξασφάλιση εξωτερικών δανείων σε συνάλλαγμα, για την αποπληρωμή ληγόντων χρεών και την καταβολή των τοκομεριδίων στους ξένους πιστωτές.

Ο Τρικούπης δέχεται πολλαπλά ύπουλα και άτιμα κτυπήματα από τη σφηκοφωλιά των ανακτόρων. Ο λαοπλάνος Δηλιγιάννης εξαπατά συνειδητά τον ελληνικό λαό με κάλπικες υποσχέσεις. Το απελευθερωτικό κίνημα της Κρήτης και οι δίαυλοι επικοινωνίας της μητέρας Ελλάδας με τους ηγέτες της Επανάστασης, έχουν προκαλέσει σοβαρά ρήγματα στις σχέσεις της Ελλάδας με τις προστάτιδες δυνάμεις, δηλαδή την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Η Τουρκία καραδοκεί και αποβλέπει στην αξιοποίηση του μοιραίου λάθους από την πλευρά της Ελλάδας. Παράλληλα οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις σημειώνουν ραγδαία επιδείνωση. Το ενοποιημένο βουλγαρικό κράτος προβαίνει σε ανελέητους διωγμούς σε βάρος Ελλήνων και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάτω υπό αυτές τις δυσκολότατες και επικίνδυνες συνθήκες,  η χώρα προετοιμάζεται για την εκλογική αναμέτρηση της 14ης Οκτωβρίου 1890. Νικητής των εκλογών αναδεικνύεται ο δημοκόπος Θ.Δηλιγιάννης και σχηματίζει κυβέρνηση στις 24 Οκτωβρίου 1890. Ένα από τα πρώτα μέτρα του Δηλιγιάννη ήταν να αυξήσει τον αριθμό των βουλευτών από 150 σε 207, επιβαρύνοντας ανάλογα τις δαπάνες του ελλειμματικού κρατικού προϋπολογισμού, παρ’ ότι η χώρα βρίσκεται με το ενάμιση πόδι στο βάραθρο της χρεοκοπίας. Αξιομνημόνευτο είναι ότι ο Τρικούπης το 1886, με την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου, είχε μειώσει τον αριθμό των βουλευτών από 245 σε 150. Κύρια επιδίωξή του ήταν να ελαττωθούν οι δημοσιονομικές δαπάνες και να περιοριστεί το ρουσφέτι. Ο λαοπλάνος πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης απεδείχθη ανήμπορος να υλοποιήσει τις προεκλογικές ψηφοθηρικές υποσχέσεις του. Η Ελλάδα με μαθηματική βεβαιότητα πήγαινε κατευθείαν στα βράχια της χρεοκοπίας, ρίχνοντας τη χώρα σε μακρά φάση σοβαρότατων εθνικών περιπετειών.

Πριν τις εκλογές της 14ης Οκτωβρίου 1890 και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο δημοκόπος Θ. Δηλιγιάννης για να κλέψει την ψήφο των πολιτών και να ρίξει από την εξουσία τον Τρικούπη, είχε ως προπαγανδιστικό πολιτικό σύνθημα “κάτω οι φόροι”. Γεγονός είναι ότι ο Τρικούπης στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει πόρους για την χρηματοδότηση των διογκούμενων κρατικών δαπανών και ιδίως των στρατιωτικών δαπανών, εξαναγκαζόταν να επιβάλλει περισσότερους φόρους πέραν των δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Με την άνοδο όμως του Δηλιγιάννη στην κυβερνητική εξουσία και διαπιστώνοντας εμπράκτως την θλιβερή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, ότι δηλαδή η κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους χρηματικούς πόρους για την κάλυψη των κρατικών δαπανών και την χρηματοδότηση των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, υποχρεώθηκε στις αρχές του 1891 να εξαγγείλει σκληρότατα μέτρα φορομπηχτικής πολιτικής που προκάλεσαν λαϊκή οργή και αγανάκτηση.

Αυτή είναι η ιλαροτραγωδία των δημοκόπων. Την επόμενη μέρα των εκλογών, οι προεκλογικές τυχάρπαστες υποσχέσεις του Δηλιγιάννη, μετατράπηκαν σε δρακόντεια μέτρα εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, η αδυναμία της χώρας να εξεύρει τους τεράστιους χρηματικούς πόρους σε ξένο συνάλλαγμα, για την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων στους ξένους κεφαλαιούχους, συντελούσε στην επιδείνωση των σχέσεων της κυβέρνησης Δηλιγιάννη με τους ξένους πιστωτές. Αναπόφευκτο ήταν τα ελληνικά χρεόγραφα να χάνουν την αξία τους στις αγορές του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου, με αποτέλεσμα οι κάτοχοί τους να υφίστανται τεράστιες ζημίες.
Σε συνθήκες κατάρρευσης των Δημοσίων Οικονομικών της χώρας, χειροτέρευσης των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και την Τουρκία, όξυνσης των σχέσεων της κυβέρνησης με τους ντόπιους και ξένους πιστωτές, δραματικής επιδείνωσης των σχέσεων της χώρας με τις προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία) λόγω του ακανθώδους Κρητικού προβλήματος, συνεχούς διολίσθησης της δραχμής στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, του Σταφιδικού προβλήματος, κ.λπ., η φιδοφωλιά των ανακτόρων σε αρμονική συνεργασία με τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου, ξεκίνησαν το ροκάνισμα της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, αναζητώντας το εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα.

Στις περιπτώσεις αυτές, η υπονόμευση προϋποθέτει τη συνδρομή αποστατών. Οι άνθρωποι που για λογαριασμό των Ανακτόρων κινούσαν τα νήματα στους διαδρόμους των παρασκηνίων, ήταν ο βουλευτής Ανδρέας Συγγρός και ο Αντώνιος Βλαστός από τους μεγαλύτερους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες της περιόδου εκείνης. Ο Συγγρός ήταν το μάτι του βασιλιά Γεωργίου στη Βουλή και μαζί με τον Βλαστό πασίγνωστοι εγκάθετοι των ξένων κεφαλαιούχων στην Ελλάδα. Τελικά, οι ρουφιάνοι των ανακτόρων με τη συνδρομή των Βλαστού και Συγγρού, κατάφεραν να σχηματιστεί εντός του Κοινοβουλίου το διαβόητο “Τρίτο Κόμμα”, με ηγετικές φυσιογνωμίες τους Δ. Ράλλη, Κ. Κωνσταντόπουλο, Γ. Φιλάρετο, Α. Ευταξία, Π. Μανέτα, κ.ά., που στη συνέχεια θα αποτελέσει τον κύριο κορμό της κυβέρνησης των αποστατών.
Σε κλίμα έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων και τρομακτικής επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, στις 18 Φεβρουαρίου του 1892 ο βασιλιάς έπαυσε την κυβέρνηση Δηλιγιάννη και όρισε πρωθυπουργό το στέλεχος του “Τρίτου Κόμματος” Κ. Κωνσταντόπουλο. Ο κοινοβουλευτικός βίος της κυβέρνησης Κωνσταντόπουλου υπήρξε βραχύς, γιατί η κυβέρνηση των αποστατών δεν είχε τη λαϊκή εντολή και η στήριξή της στη Βουλή βασιζόταν σε γυάλινα πόδια. Ο βασιλιάς Γεώργιος υποχρεώθηκε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 3 Μαΐου του 1892. Νικητής των εκλογών αναδείχτηκε ο Τρικούπης, ο οποίος και σχημάτισε κυβέρνηση. Από τον Μάιο του 1892 έως τον Δεκέμβριο του 1893, που η Ελλάδα πτώχευσε και κήρυξε στάση πληρωμών έναντι των  πιστωτών της, το εξωτερικό χρέος συνέχιζε την ακάθεκτη ανοδική του πορεία και η κυβέρνηση Τρικούπη αναζητούσε εναγωνίως τη σύναψη νέου δανείου στις διεθνείς αγορές και βασικά στην χρηματαγορά του Λονδίνου.

Απώτερη επιδίωξη ήταν με τη λήψη νέου δανείου, η Ελλάδα  να αποπληρώσει παλαιότερα δάνεια και παράλληλα να καταβάλει τα τοκομερίδια στους ξένους κεφαλαιούχους. Η απαξίωση των ελληνικών χρεογράφων στις διεθνείς αγορές, είχε προκαλέσει την τρομακτική πτώση της ονομαστικής τους αξίας, με οδυνηρή συνέπεια τα επιτόκια των χρεογράφων να εκτιναχτούν σε επίπεδα γύρω στο 30%. Η επιβολή νέων φόρων στους δεινοπαθούντες πολίτες, ο αποκλεισμός της χώρας από τις ευρωπαϊκές αγορές χρήματος, τα δόλια παρασκηνιακά παίγνια των Βλαστού και Συγγρού σε βάρος της πατρίδας και υπέρ των συμφερόντων των ξένων πιστωτών, η υπονομευτική συμπεριφορά των ανακτόρων έναντι της νόμιμης κυβέρνησης, κ.λπ., εξώθησαν την κυβέρνηση Τρικούπη σε παραίτηση. Το “πιθάρι της Πανδώρας” άνοιξε και η χώρα μπήκε σε φάση μεγάλων δεινών.

Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης παραιτήθηκε στις 3 Μαΐου του 1893 και ο βασιλιάς Γεώργιος ανέθεσε στον Σωτήριο Σωτηρόπουλο (1831-1898) τον σχηματισμό κυβέρνησης αποστατών. Αφορμή για την πρόωρη παραίτηση της κυβέρνησης Τρικούπη, αποτέλεσε η άρνηση του βασιλιά να υπογράψει για λογαριασμό της Ελλάδας, συμφωνία σύναψης δανείου ύψους 3.500.000 αγγλικών στερλινών, που με κόπο και κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων είχε εξασφαλίσει ο Τρικούπης από κεφαλαιούχους του Λονδίνου. Στυλοβάτης της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου ήταν ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Ράλλης (1844-1921). Στην κυβέρνηση των αποστατών συμμετείχαν σημαντικά πολιτικά ονόματα της περιόδου εκείνης, όπως οι Α. Ευταξίας,  Ε. Κριεζής, Γ. Κόρπας, κ.ά. Ο δημαγωγός Θ. Δηλιγιάννης χαρακτήρισε τους αποστάτες της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου “σταυλίτας του βασιλέως”. Ο Σωτηρόπουλος ήταν έμπειρος και αξιόλογος οικονομολόγος. Υπήρξε αχώριστος και οικογενειακός φίλος του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (1814-1883), στις κυβερνήσεις του οποίου διατέλεσε πέντε φορές  υπουργός Οικονομικών. Πριν την ανάληψη των πρωθυπουργικών του καθηκόντων, ο Σωτηρόπουλος έκατσε οκτώ φορές στον θώκο του υπουργού Οικονομικών και εξελέγη τρεις φορές Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Το πρώτο μέλημα με την ανάληψη των πρωθυπουργικών του καθηκόντων ήταν η  σύναψη εξωτερικού δανείου, κάτι το οποίο κατάφερε με τον οίκο “Χάμπρο” του Λονδίνου. Το συναφθέν δάνειο έμεινε γνωστό στην ιστορία με την ονομασία “δάνειο κεφαλαιοποιήσεως” (Founding). Ο όρος Founding καθιερώθηκε διεθνώς το 1891, όταν η Αργεντινή στην προσπάθειά της να αποφύγει την πτώχευση, υπέγραψε εξωτερικό δάνειο με το οποίο οι καθυστερούμενες οφειλές παρελθοντικών δανείων, κεφαλαιοποιήθηκαν με τίτλους νέου δανείου. Με το “δάνειο Χάμπρο” η μεθοδολογία Founding υιοθετήθηκε και στην περίπτωση της Ελλάδας. Δηλαδή, με το δάνειο Χάμπρο, η κυβέρνηση Σωτηρόπουλου μετέτρεψε καθυστερούμενα τοκομερίδια από συναφθέντα δάνεια των ετών 1881, 1884, 1889 και 1890 σε τίτλους νέου δανείου.

Οι τίτλοι του δανείου Χάμπρο ονομάστηκαν “σκριπ”. Ξένοι χρηματιστηριακοί κύκλοι  του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου θεώρησαν τους τίτλους “σκριπ” αναξιόπιστους, με συνέπεια η Ελλάδα στο πρόσωπο της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου, να χάσει τη φερεγγυότητά της στις διεθνείς χρηματαγορές. Γάλλοι χρηματιστές υποστήριζαν ότι οι “τίτλοι σκριπ” ισοδυναμούν με “άθλια χρεοκοπία” της Ελλάδας. Στους χρηματιστηριακούς κύκλους της Ευρώπης επικράτησε η άποψη, ότι, η συμφωνία της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου με τον χρηματιστηριακό οίκο Χάμπρο, έκρυβε κάτω από το χαλί την πτώχευση της Ελλάδας και η χώρα μας εξαπάτησε τους ξένους κεφαλαιούχους που κατείχαν τα ελληνικά χρεόγραφα.

Κάτω υπό αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες, τα ελληνικά χρεόγραφα άρχισαν να κατρακυλούν στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές, με αποτέλεσμα τα ονομαστικά τους επιτόκια να εκτιναχτούν στα ύψη. Η χώρα έπεφτε στον γκρεμό και η κυβέρνηση Σωτηρόπουλου παρακολουθούσε τα συντελούμενα δραματικά γεγονότα απαθής και παράλυτη. Τα Δημόσια Οικονομικά της Ελλάδας ήταν εκτός κυβερνητικού ελέγχου. Η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και για μια ακόμα φορά ο Τρικούπης απέβη ως η προσφορότερη λύση. Στις 30 Οκτωβρίου του 1893 σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τρικούπη. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Τρικούπης ακύρωσε το δάνειο Χάμπρο, αποσκοπώντας η Ελλάδα να επανακτήσει μέρος της αξιοπιστίας της στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.

Δυστυχώς, η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ήταν ανεξέλεγκτη και το εξωτερικό χρέος σχεδόν υπερδιπλάσιο του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Η Ελλάδα ήταν ανήμπορη να ανταπεξέλθει στις υπέρμετρες δαπάνες εξυπηρέτησης του πελώριου εξωτερικού της χρέους και μάλιστα σε σκληρό συνάλλαγμα. Τα κρατικά ταμεία δεν είχαν σταγόνα συναλλάγματος. Η χώρα ήταν πλήρως απομονωμένη από τις διεθνείς χρηματαγορές και θήραμα των ξένων κερδοσκόπων. Κάτω υπό αυτές τις συνταρακτικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, η Ελλάδα εξαναγκάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 να κηρύξει πτώχευση, αναστέλλοντας όλες τις πληρωμές της στο εξωτερικό. Το εξωτερικό χρέος της χώρας εκτιμάτο τον Δεκέμβριο του 1893 σε 199.000.000 δολάρια ή 172% του ΑΕΠ. Η πτώχευση του 1893 άνοιξε τους ασκούς των εθνικών περιπετειών.

 

                    Από την Ταπεινωτική Ήττα του 1897 στον ΔΟΕ        

 

Δεκέμβριος του 1893. Η πατρίδα χρεοκοπημένη και οι μεγάλες δυνάμεις πνέουν τα μένεα κατά της Ελλάδας. Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία θεώρησαν υποβολιμαία και βλαπτική για τα οικονομικά τους συμφέροντα, την αυτόβουλη πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τρικούπη να κηρύξει η Ελλάδα πτώχευση και άρα παύση πληρωμών απέναντι στους ξένους κεφαλαιούχους. Με την πτώχευση της χώρας, η αξία των ελληνικών χρεογράφων εκμηδενίστηκε και ουσιαστικά οι ξένοι και οι εγχώριοι κεφαλαιούχοι έχασαν τα λεφτά τους. Ο Τρικούπης επιδίωξε την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων με τους ξένους πιστωτές, ώστε να προσδιοριστούν οι όροι του πτωχευτικού διακανονισμού και η Ελλάδα να επανακτήσει στην Ευρώπη την χαμένη της αξιοπιστία. Οι κρατικές δαπάνες ήταν υπέρογκες, τα δημόσια έσοδα ανεπαρκέστατα και η χώρα διακαώς χρειαζόταν νέα δάνεια για την χρηματοδότηση των διογκούμενων ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού. Πώς να αυξηθούν όμως τα πενιχρά έσοδα του κρατικού  προϋπολογισμού και να συρρικνωθούν τα πελώρια δημοσιονομικά ελλείμματα, όταν η οικονομία ήταν βαλτωμένη στην ύφεση και οι δημόσιες δαπάνες ήταν δυσθεώρητα υψηλές λόγω των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών;

Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τις αναγκαίες πηγές χρηματοδότησης των κρατικών ελλειμμάτων, καθότι μετά την πτώχευση του Δεκεμβρίου 1893, η χώρα απομονώθηκε πλήρως από τις χρηματαγορές του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου. Η καταχρεωμένη και με δυσεπίλυτα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα φτωχή Ελλάδα, αντικειμενικά ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κολοσσιαίου εξωτερικού χρέους των 199.000.000 δολαρίων, που αποτελούσε το 172% του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας. Δημοκόποι και πατριδοκάπηλοι πολιτικοί της εποχής εκείνης, έλεγαν στους αδαείς πολίτες ότι η Ελλάδα μπορεί να προβεί σε  μονομερή διαγραφή του εξωτερικού της χρέους. Το εξωτερικό χρέος ήταν αδιανόητο να διαγραφεί μονομερώς από την στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά ανίσχυρη Ελλάδα.

Πάση θυσία οι ξένοι δυνάστες πιστωτές, ήθελαν να εισπράξουν τα δάνεια που είχαν δώσει στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό, οι προστάτιδες δυνάμεις απαίτησαν από τον Τρικούπη την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ) στη χώρα μας, αποβλέποντας στην είσπραξη σημαντικού μέρους από τα έσοδα του ελληνικού κράτους.  Για την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, οι μεγάλες δυνάμεις κινητοποίησαν εναντίον της κυβέρνησης Τρικούπη, τα φερέφωνα των ανακτόρων, τα  ανδρείκελα του επιχειρηματικού κόσμου σαν τους Βλαστό και Συγγρό και πάσης φύσης πεμπτοφαλαγγίτες για την υπονόμευση και την υποταγή του Τρικούπη στις δόλιες απαιτήσεις τους. Διαπιστώνοντας ότι ο Τρικούπης δεν έπεφτε στην παγίδα της υποτέλειας, με δούρειους ίππους τον βασιλιά Γεώργιο, τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και αχυράνθρωπους του ντόπιου επιχειρηματικού κατεστημένου, άρχισαν να κινούν τα νήματα ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης. Στη μηχανορραφία αποπομπής του Τρικούπη από την πρωθυπουργία, είχαν ενεργή συμμετοχή και οι κύριοι πολιτικοί του αντίπαλοι, όπως οι Θ. Δηλιγιάννης, Δ. Ράλλης, Σ. Σωτηρόπουλος, Κ. Καραπάνος, Κ. Κωνσταντόπουλος, κ.ά.

Προστάτιδες δυνάμεις, ανακτορική καμαρίλα, πολιτικοί και μεγαλοεπιχειρηματίες, αφιερώθηκαν στην ανατροπή της κυβέρνησης Τρικούπη. Ο Θ. Δηλιγιάννης ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη σφηκοφωλιά των ανακτόρων, προκαλώντας την περαιτέρω επιδείνωση του ήδη βεβαρημένου πολιτικού κλίματος. Η λύσσα και το μίσος όλων στο πρόσωπο του Τρικούπη υπήρξαν απύθμενα και αβυσσαλέα. Στο βρώμικο παιχνίδι ανατροπής του Τρικούπη μπήκε και ο στρατός. Τον Νοέμβριο του 1894 χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού ίδρυσαν την Εθνική Εταιρία, με σκοπό την ενεργή συμμετοχή της στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Ουσιαστικά καλλιεργήθηκε ένα οξύτατο κλίμα μίσους και φθόνου στο πρόσωπο του Τρικούπη, διχάζοντας έτσι τον ελληνικό λαό σε τρικουπικούς και αντιτρικουπικούς. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την πτώχευση του 1893, η Γερμανία ενίσχυσε τις πολιτικοοικονομικές της σχέσεις  με την Τουρκία, θίγοντας άμεσα τα εξωτερικά συμφέροντα της Ελλάδας.

Κάτω υπό αυτές τις αποκαρδιωτικές συνθήκες, η Ελλάδα οδηγείτο σε εμφύλιο σπαραγμό και παράλληλα διάφορα κυκλώματα άρχισαν να καλλιεργούν ψυχροπολεμικό κλίμα στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία. Ο  Τρικούπης στις 12 Ιανουαρίου του 1895 υποχρεώθηκε να υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησής του στο βασιλιά Γεώργιο. Ο βασιλιάς διόρισε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Δηλιγιάννη (1845-1910). Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 16 Απριλίου του 1895. Θριαμβευτής των εκλογών ήταν ο Θ. Δηλιγιάννης, το κόμμα του οποίου από τις 207 βουλευτικές έδρες έλαβε τις 150. Το κόμμα του Τρικούπη υπέστη πανωλεθρία κερδίζοντας μόλις 20 έδρες. Αξιομνημόνευτο είναι ότι ο Τρικούπης δεν εκλέχτηκε βουλευτής, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος του μακρού πολιτικού του βίου. Οι εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 σήμαναν το τέλος της πολιτικής καριέρας του Χαρίλαου Τρικούπη. Στις 30 Μαρτίου του 1896 ταξιδεύοντας από Ριβιέρα προς Κάννες απέθανε από ποδάγρα, ασθένεια από την οποία πολύ υπέφερε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης, ο μεγάλος νικητής των εκλογών της 16ης Απριλίου 1895, σχημάτισε κυβέρνηση αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και το Υπουργείο Οικονομικών. Το πρώτο μέλημά του υπήρξε η διαχείριση της πτώχευσης του 1893. Η Ελλάδα ήταν πλήρως απομονωμένη από τις ευρωπαϊκές χρηματαγορές. Οι ξένοι δανειστές διεκδικούσαν την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλίσουν την αποπληρωμή των δανείων τους που είχαν χορηγήσει στη χώρα μας. Ο Δηλιγιάννης τον Ιούνιο του 1895 ίδρυσε ανεξάρτητη αρχή, με την ονομασία «Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας του Δημοσίου Χρέους», αποσκοπώντας στην εξεύρεση αποδεκτής λύσης από τους ξένους κεφαλαιούχους. Οι μεγάλες δυνάμεις,  Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, που σαφώς υποστήριζαν τα συμφέροντα των ξένων πιστωτών, αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα και καχυποψία το νεοσυσταθέν Διοικητικό Συμβούλιο, γιατί τα μέλη του ήταν έλληνες διορισμένα από την κυβέρνηση Δηλιγιάννη.

Ωστόσο, η σύσταση ενός ξενόφερτου Διοικητικού Συμβουλίου θα ήταν απρεπής και ατιμωτική πράξη, γιατί η κυβέρνηση Δηλιγιάννη στα μάτια του ελληνικού λαού θα εμφανιζόταν υπόδουλη των προστάτιδων δυνάμεων. Οι διαπραγματεύσεις του συσταθέντος Διοικητικού Συμβουλίου με τους ξένους ομολογιούχους κράτησαν μέχρι τον Οκτώβριο του 1896. Στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων συμμετείχε και η Εθνική Τράπεζα με εκπρόσωπο τον διοικητή της Στέφανο Στρέιτ. Αν και τον Οκτώβριο του 1896 μεταξύ της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και των ξένων πιστωτών επήλθε οριστική συμφωνία, με την οποία  ορίζονταν οι όροι και οι προϋποθέσεις εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας, εντούτοις η Συμφωνία αυτή ουδέποτε ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων. Ουσιαστικά, η Συμφωνία αυτή ναρκοθετήθηκε από τις κύριες πιστώτριες χώρες και ιδίως από τη Γερμανία, με αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης να ανακαλέσει την έγκρισή της.

Η αδυναμία εξεύρεσης συμβιβασμού μεταξύ της Ελλάδος και των ξένων πιστωτών, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες, που προκάλεσε τον ατυχή για την πατρίδα μας ελληνοτουρκικό πόλεμο τον Απρίλιο του 1897. Το οξύτατο Κρητικό ζήτημα ήταν η σπίθα έκρηξης της ελληνοτουρκικής σύρραξης. Από την πρώτη στιγμή η Αγγλία και η Γερμανία τάχθηκαν στο πλευρό της Τουρκίας. Η Ελλάδα μπήκε σε έναν πόλεμο χαμένο από χέρι. Η Τουρκία είχε την αμέριστη στρατιωτική και πολιτικοοικονομική συμπαράσταση της Αγγλίας και ιδίως της Γερμανίας. Η χώρα μας πήγαινε στον πόλεμο σαν αρνί επί σφαγή. Έγκριτοι συγγραφείς και ερευνητές σαν τον  Ανδρέα  Ανδρεάδη (1876-1935) έχουν υποστηρίξει, ότι, η Γερμανία με ύπουλο τρόπο παγίδευσε τη χώρα μας και την εξώθησε σε πόλεμο με την Τουρκία. Στον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέστη πανωλεθρία και εξαναγκάστηκε σε ταπεινωτική Συμφωνία με τους Οθωμανούς. Ταυτόχρονα, οι προστάτιδες δυνάμεις μας επέβαλαν τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ).

Στις 26 Φεβρουαρίου 1898, η κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαϊμη (1856-1936) έφερε προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων τη συμφωνία περί της επιβολής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Ο ΔΟΕ ήταν μια εξαμελής επιτροπή, με εκπροσώπους από τις κυριότερες πιστώτριες χώρες (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ρωσία και Αυστρία). Στους αποικιοκρατικούς όρους της συμφωνίας αυτής, η Ελλάδα με την εγγύηση των μεγάλων δυνάμεων θα ελάμβανε εξωτερικό δάνειο 6.800.000 χρυσών αγγλικών λιρών (ή 151.300.000 χρυσά γαλλικά φράγκα), εκ των οποίων τα 4.000.000 λίρες (95.000.000 χρυσά γαλλικά φράγκα) θα κατέβαλε ως αποζημίωση στους τούρκους για την εκκένωση των καταληφθέντων εδαφών. Οι Οθωμανοί παρέδωσαν τον Μάιο του 1898 στη χώρα μας τη Θεσσαλία και τα κατακτηθέντα εδάφη της Στερεάς Ελλάδος. Επειδή ο όρος “Έλεγχος” απηχούσε την υποτέλεια της Ελλάδος στις μεγάλες δυνάμεις, το 1899 με τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας, ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος μετονομάστηκε σε Διεθνή Οικονομική Επιτροπή (ΔΟΕ). Στη ΔΟΕ δόθηκε η δικαιοδοσία να λαμβάνει προσόδους, από τα εγχώρια μονοπώλια (άλατος, πυρείων, πετρελαίου, κ.ά.), από τις εισπράξεις τελωνείων (Πειραιώς, Πατρών, Βόλου, κ.ά.), από τα έσοδα χαρτοσήμου, κ.λπ. Συνεπώς, ο ΔΟΕ είχε την αρμοδιότητα να εισπράττει άνω του 50% των συνολικών εσόδων του ελληνικού κράτους, ώστε η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους στους ξένους πιστωτές να πραγματοποιείται απρόσκοπτα.

Στο δοκίμιο αυτό δεν είναι στις προτεραιότητές μας, η διερεύνηση των αιτιωδών παραγόντων που προκάλεσαν την εξευτελιστική ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία στον πόλεμο του 1897. Ωστόσο, αυτή η ταπεινωτική ήττα είχε ως επονείδιστη συνέπεια την πλήρη πολιτική και οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από τις προστάτιδες δυνάμεις και κυρίως από την Αγγλία και τη Γερμανία. Για να γίνει κατανοητό αυτό το καίριας σημασίας ιστορικό σημείο, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον Μάιο του 1897. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος έληξε με την ανακωχή της 22ας Μαΐου 1897. Στα διπλωματικά παρασκήνια και κατά τη διάρκεια κατάρτισης του κειμένου με τους όρους της προκαταρκτικής Συνθήκης Ειρήνης, για λογαριασμό της ηττημένης Ελλάδας οι προστάτιδες δυνάμεις διεξήγαγαν τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1897 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπεγράφη η προκαταρκτική Συνθήκη Ειρήνης, που περιελάμβανε 12 άρθρα. Η τελική Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών υπεγράφη στις 22 Νοεμβρίου 1897. Στα πλαίσια των όρων της Συνθήκης Ειρήνης, προβλεπόταν η καταβολή αποζημίωσης της Ελλάδας προς την Τουρκία 4.000.000 χρυσών αγγλικών λιρών ή 95.000.000 χρυσών γαλλικών φράγκων και η δημιουργία της επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ). Με την αποζημίωση αυτή, τα κατακτηθέντα από τους τούρκους εδάφη της Θεσσαλίας και άλλων περιοχών θα επιστρέφονταν στην Ελλάδα.

Με τη συγκεκριμένη Συνθήκη Ειρήνης, οι μεγάλες δυνάμεις έδεναν χειροπόδαρα την Ελλάδα. Οι λόγοι προφανείς. Η χώρα μας γινόταν ανδράποδο της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, λόγω του ότι μόνο με τη σύναψη νέου εξωτερικού δανείου, θα μπορούσε να εξασφαλιστεί το ποσό των 4.000.000 χρυσών αγγλικών λιρών για την αποζημίωση της Τουρκίας. Πώς όμως η Ελλάδα θα ελάμβανε νέα εξωτερικά δάνεια, αν προηγουμένως δεν ρύθμιζε τα παλαιά της χρέη, που έμεναν σε εκκρεμότητα από την πτώχευση του 1893; Σαφές είναι ότι από τη λήψη νέων εξωτερικών δανείων, εξαρτάτο η επανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας. Κατ’ ουσία, με τους οικονομικούς όρους της Συνθήκης Ειρήνης, η Ελλάδα έχανε την οικονομική της ανεξαρτησία και καθίστατο υποχείριο των μεγάλων δυνάμεων. Οι όροι του ελέγχου και οι αρμοδιότητες των μελών της εξαμελούς επιτροπής ΔΟΕ, ψηφίστηκαν με νόμο στη Βουλή τον Φεβρουάριο του 1898. Η επιτροπή του ΔΟΕ ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά της τον Απρίλιο του 1898. Το μέγεθος της δουλοφροσύνης και η υποτακτική νοοτροπία της ανακτορικής αυλής και  του εγχώριου πολιτικού προσωπικού, πιστοποιείται από τη θλιβερή διαπίστωση ότι οδοί στο κέντρο των Αθηνών και άλλων πόλεων της χώρας, φέρουν το όνομα μελών της επιτροπής του ΔΟΕ, με δεσπόζων το όνομα του πρώτου προέδρου της Εδουάρδου Λω (Edward Law).

 

                                               Γεώργιος Θεοτόκης

 

Μετά το 1898 η Ελλάς άρχισε να επανακτά σταδιακά την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών. Την περίοδο 1898-1909 η αποτελεσματικότητα στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις του Γεωργίου Θεοτόκη (1844-1916), συνέβαλε ώστε η ελληνική οικονομία να μπει σε αναπτυξιακή τροχιά και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας να σημειώσει σημαντική βελτίωση. Παρά ταύτα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν και ο ΔΟΕ έμεινε στην Ελλάδα 81 χρόνια (καταργήθηκε με νόμο το 1978), εν τούτοις η τεχνοκρατική του συγκρότηση, σε συνδυασμό με τις αναμφισβήτητες ικανότητες ορισμένων μελών του, συνέβαλαν ώστε ο ΔΟΕ να παίξει θετικό ρόλο στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι εξαίρετες ικανότητες του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη και του υπουργού Οικονομικών Ανάργυρου Σιμόπουλου, υπήρξαν οι θεμελιώδεις παράγοντες που συνέβαλαν στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Για το αξιοσημείωτο και σπουδαίο κυβερνητικό έργο των κυβερνήσεων  Θεοτόκη θα πρέπει να αφιερωθεί ειδική ανάλυση. Ο Γεώργιος Θεοτόκης υπήρξε συνεχιστής του  πρωτοποριακού κυβερνητικού έργου του Χαρίλαου Τρικούπη και πέτυχε εκεί που στο παρελθόν είχαν αποτύχει όλοι οι προκάτοχοί του, δηλαδή να συντελέσει στην πολυπόθητη εξυγίανση και πειθαρχία των Δημοσίων Οικονομικών της Ελλάδας.

Ο Θεοτόκης υπήρξε αρκετές φορές υπουργός σε κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη. Διαδέχτηκε τον Τρικούπη στην ηγεσία του κόμματος και θεωρείται επάξιος συνεχιστής του έργου του. Το 1886 ως υπουργός των Ναυτικών σύναψε συμφωνία με τη Γαλλία, για τη ναυπήγηση των θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Μεταξύ των ετών 1899 και 1909 υπήρξε για επτά χρόνια πρωθυπουργός της χώρας. Ο Θεοτόκης πίστευε στη Μεγάλη Ιδέα και σε μια Ελλάδα που στα γεωγραφικά της όρια, θα περιελάμβανε την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Προέβλεψε ότι Ελλάδα και Τουρκία θα έλυναν στο μέλλον τις διαφορές τους με την χρήση των όπλων και ότι η συμβολή του ναυτικού θα ήταν καθοριστική στην τελική έκβαση του πολέμου. Γι’ αυτό, έδωσε προτεραιότητα στην αναδιοργάνωση του στρατού και την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύς της χώρας. Στα επιτεύγματα της κυβερνητικής του πολιτικής συγκαταλέγεται η ενίσχυση του Μακεδονικού αγώνα. Μερίμνησε για την καταβολή προκαταβολής για την αγορά του θωρηκτού Αβέρωφ, το οποίο θα αποτελούσε την αιχμή του δόρατος της ελληνικής στρατιωτικής μηχανής στους μετέπειτα πολέμους.

Επί των ημερών της πρωθυπουργίας του, ο κρατικός προϋπολογισμός ήταν συνήθως πλεονασματικός και τα εξωτερικά δάνεια εξυπηρετούντο με συνέπεια. Στην προσπάθεια βελτίωσης των Δημοσίων Οικονομικών, πρωτεύοντα ρόλο είχε ο Ανάργυρος Σιμόπουλος (1837-1908). Ο Σιμόπουλος διετέλεσε υπουργός των Οικονομικών την περίοδο 1899-1907 και θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος υπουργός επί των Οικονομικών της νεώτερης Ελλάδος. Επί των ημερών της υπουργίας του, ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσίαζε αξιόλογα πλεονάσματα, κάτι το οποίο δεν έχει διαπιστωθεί σε καμία άλλη αντίστοιχη φάση της νεώτερης οικονομικής μας ιστορίας. Την περίοδο 1899-1907 τα συνολικά πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν στο εντυπωσιακό ποσό των 102.500.000 δραχμών, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων Θεοτόκη με υπουργό οικονομικών τον Σιμόπουλο.

Την περίοδο 1898-1910, η συνολική ονομαστική αξία των συναφθέντων εξωτερικών δανείων ανήλθε σε 336.800.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Το τελικό ποσό των δανείων όμως που εισέπραξε η χώρα και αντανακλά την πραγματική τους αξία, διαμορφώθηκε σε 306.900.000 φράγκα. Με απώτερη επιδίωξη την αποδοτικότητα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, τα κεφάλαια αυτά αξιοποιήθηκαν για την στρατιωτική ενδυνάμωση της χώρας, την εξυπηρέτηση των ταμειακών υποχρεώσεων έναντι της Τουρκίας από τον ατυχή πόλεμο του 1897, την χρηματοδότηση επενδυτικών έργων υποδομής, κ.λπ. Η κυβέρνηση Θεοτόκη κατάφερε το ακατόρθωτο, να ισοσκελίσει τους κρατικούς προϋπολογισμούς και η Ελλάδα να είναι συνεπέστατη στην εξυπηρέτηση των δανείων της απέναντι στους ξένους πιστωτές. Ακόμα και τα μέλη της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής εξεπλάγησαν με την γρήγορη εξισορρόπηση των Δημοσίων Οικονομικών της χώρας, κάτι το οποίο επισήμαναν σε γραπτά τους κείμενα.

Ο Θεοτόκης υπήρξε διορατικός, μεθοδικός, ρεαλιστής, διαλλακτικός και οραματιστής. Στα θετικά της προσωπικότητάς του είναι ότι κατάφερε να διατηρεί εξισορροπητικές σχέσεις με το βασιλιά και  με τους σφουγγοκωλάριους της ανακτορικής αυλής. Ωστόσο, η πολιτική αστάθεια και ο συχνός υποβολιμαίος ρόλος των ανακτόρων, δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σύνολο του άρτιου και μεγαλεπήβολου κυβερνητικού  του προγράμματος. Αν και η τέταρτη πρωθυπουργία του μεταξύ 8 Δεκεμβρίου 1905 και 7 Ιουλίου 1909 χαρακτηρίζεται επιτυχής, εντούτοις η διαφθορά στη δημόσια ζωή, οι αθεράπευτες πληγές στο κορμί της ελληνικής κοινωνίας από τον ατυχέστατο πόλεμο του 1897, η προσπάθεια χειραγώγησης του στρατού από την ανακτορική αυλή, τα προκλητικά βουλευτικά ρουσφέτια, κ.λπ., προκάλεσαν το επαναστατικό κίνημα στο Γουδί τον Αύγουστο του 1909. Το κίνημα στο Γουδί οργανώθηκε και εκτελέστηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος αποτελείτο από κατώτερους αξιωματικούς, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά (1844-1920). Μετά την ανατροπή του φεουδαρχικού κομματικού κατεστημένου και την προκήρυξη εκλογών για Αναθεωρητική Βουλή, ο Σύνδεσμος εκπλήρωσε το έργο του και διαλύθηκε τον Ιανουάριο του 1910.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936) υπήρξε αρχικά πολιτικός σύμβουλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου και από τον Οκτώβριο του 1910 και μέχρι το θάνατό του, θα αποτελέσει την κυρίαρχη προσωπικότητα στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Θεοτόκης τοποθετείται στο ίδιο κάδρο με τους Καποδίστρια, Τρικούπη και Βενιζέλο. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΔ, σελ. 190) υπογραμμίζει: «Το έργο του Θεοτόκη και το έργο της Επαναστάσεως και του Βενιζέλου, αποτελούν μια συνεχή και συνεπή προσπάθεια υπεύθυνων πολιτικών για την πολεμική προπαρασκευή της χώρας, δεν μπορούν να κριθούν κεχωρισμένα και οι εκτελεστές τους είναι εξίσου σχεδόν άξιοι της εθνικής ευγνωμοσύνης».

 

                                            Η Χρεοκοπία των Μνημονίων

 

Μετά το 1893 είχαμε την χρεοκοπία του 1932 που σηματοδότησε και τον πολιτικό θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 2010 συντελέστηκε η πέμπτη πτώχευση της Ελλάδας. Η διαφθορά, ο αμοραλισμός, η αλαζονεία και η ανικανότητα των κομμάτων που διαχειρίστηκαν την κυβερνητική εξουσία, συνέβαλε ώστε την περίοδο 1974-2009 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης από 3,8 δις ευρώ (€) ή 19,0% του ΑΕΠ να εξακοντιστεί σε 298,5 δις € ή 125,7% του ΑΕΠ. Στις αρχές του 2010 ο πρωθυπουργός Γιώργος Ανδρέα Παπανδρέου (ΓΑΠ),  ομολόγησε την αδυναμία της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις τεράστιες δαπάνες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Ο ΓΑΠ με το εξευτελιστικό διάγγελμά του της 23ης Απριλίου 2010 από το Καστελόριζο, παραδέχτηκε επίσημα την χρεοκοπία της  Ελλάδας ανακοινώνοντας ταυτόχρονα την προσφυγή της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Με τις υπογραφές του ΓΑΠ και των μελών της κυβέρνησής του τον Μάιο του 2010, η Ελλάδα δεσμεύτηκε με το πρώτο μνημόνιο και την δανειακή μνημονιακή σύμβαση των 110 δις ευρώ που το συνόδευε. Με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου καταγράφηκε στις μαύρες σελίδες της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας η πέμπτη πτώχευση της Ελλάδας. Η παταγώδης αποτυχία της πρώτης μνημονιακής οικονομικής πολιτικής, είχε ως τραγική κατάληξη τον Φεβρουάριο του 2012 την υποταγή της Πατρίδας στις βουλές του δευτέρου μνημονίου. Το κούρεμα του δημοσίου χρέους της τάξης των 106 δις ευρώ, που συντελέστηκε στα πλαίσια της δεύτερης δανειακής μνημονιακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2012, τυπικά και ουσιαστικά αντικατόπτριζε την έκτη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Δυστυχώς για την ελληνική κοινωνία και παρ’ όλες τις θυσίες του ελληνικού λαού, η αποτυχία των ασκούμενων μνημονιακών οικονομικών πολιτικών, προκαλούσε την αχαλίνωτη άνοδο του βραχυπρόθεσμου και του μεσομακροπρόθεσμου δημοσίου χρέους της Ελλάδας και μάλιστα σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης της εθνικής μας οικονομίας. Τον  Αύγουστο του 2015 η αριστεροδεξιά  κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την σύμπραξη των κομμάτων της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού, δέσμευσαν την Ελλάδα με την υπογραφή μιας τρίτης δανειακής μνημονιακής σύμβασης. Δηλαδή, τον Αύγουστο του 2015 συντελέστηκε η έβδομη πτώχευση του νεοελληνικού κράτους. Κάθε δανειακή μνημονιακή σύμβαση και μια χρεοκοπία. Το παράδοξο των μνημονίων είναι ότι αν και στα πλαίσια των τριών δανειακών μνημονιακών συμβάσεων, η χώρα μας εισέπραξε  σχεδόν 400 δις ευρώ και παρότι τον Φεβρουάριο και τον Δεκέμβριο του 2012 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κουρεύτηκε κατά 138 δις ευρώ, εντούτοις το επίσημο δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθούσε να αυξάνει με αλματώδεις ρυθμούς. Πώς είναι δυνατόν την περίοδο 2010-2018 η Ελλάδα δια στόματος Κλάους Ρέγκλινγ να έχει εισπράξει βάσει των τριών δανειακών μνημονιακών συμβάσεων σχεδόν 400 δις ευρώ και το επίσημο δημόσιο χρέος (χρέος κεντρικής κυβέρνησης) από 314 δις ευρώ ή 135,5% του ΑΕΠ τον Μάιο του 2010 να εκσφενδονιστεί στα 359 δις ευρώ ή 194,5% του ΑΕΠ τον Δεκέμβριο του 2018;

Τα διδάγματα της ιστορίας δεν πρέπει να παραποιούνται από δημοκόπους και τυχάρπαστους πολιτικούς. Κατά την μνημονιακή περίοδο 2010-2015, αρκετοί  αρχηγοί πολιτικών κομμάτων σαν τους Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα και Πάνο Καμμένο, υπόσχονταν ότι αν ανέρχονταν στην κυβερνητική εξουσία, με ένα νόμο που θα έφερναν στη Βουλή, η Ελλάδα θα διέγραφε μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της.  Οι ηγέτες αυτοί ανήλθαν στην κορυφή της κυβερνητικής πυραμίδας και αντί να διαγράψουν μονομερώς έστω και ένα μικρό μέρος του κρατικού χρέους, αντιθέτως με την δική τους υπογραφή η Ελλάδα έλαβε και άλλα δάνεια, προκαλώντας την επαύξηση του τερατώδους δημοσίου χρέους. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν, ούτε στο μέλλον, χώρες σαν την Ελλάδα, με πλήρη εξάρτηση από τις προστάτιδες δυνάμεις, έχουν την πολιτική-στρατιωτική-οικονομική ισχύ, να προβούν σε μονόπλευρη διαγραφή σημαντικού μέρους του εξωτερικού τους χρέους. Και μάλιστα όταν το πραγματικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας ξεπερνά σήμερα τα 1.100 δις ευρώ!

Είμαστε μια υπερχρεωμένη και χρεοκοπημένη χώρα. Η Ελλάδα δεν δύναται αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις, να καταβάλλει στους ξένους πιστωτές ετησίως τοκοχρεολυτικές δόσεις των 30 ή των 40 δις ευρώ για την εξυπηρέτηση του κολοσσιαίου δημοσίου χρέους της. Το πολεμικό κλίμα που η Τουρκία καλλιεργεί στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, ο πολυετής εμφύλιος σπαραγμός στη Συρία, η συντελούμενη ανάκαμψη του “ισλαμικού κράτους” (ISIS) στο Ιράκ και τη Συρία, τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσίας στην Συρία και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η συνεχής επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, η κλιμακούμενη χειροτέρευση των σχέσεων των ΗΠΑ με το Ιράν, κ.ο.κ., επιτάσσουν οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας να είναι άρτια εξοπλισμένες, άριστα εκπαιδευμένες και   συνεχώς να βρίσκονται με το δάκτυλο στη σκανδάλη.

Τα ιστορικά γεγονότα που ακολούθησαν την πτώχευση του 1893 είναι λίαν διδακτικά και αρκετά χρήσιμα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν για τους κυβερνώντες του σήμερα. Τα διδάγματα της ιστορίας είναι σκληρά και αμείλικτα για όσους τα λησμονούν ή τα παρερμηνεύουν. Η πολιτική ζωή του τόπου κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, καταδεικνύει ότι όσες ελληνικές κυβερνήσεις επέδειξαν συμπεριφορές διαφθοράς, ανευθυνότητας και ανικανότητας και παράλληλα αγνόησαν ή παρερμήνευσαν τα διδάγματα της ιστορίας, διέπραξαν σοβαρά λάθη που ανεπανόρθωτα ζημίωσαν τα συμφέροντα της Πατρίδας.

Παρατήρηση: Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου 2019 στην ημερήσια εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα.

 

 

 

This entry was posted in Γενικά. Bookmark the permalink.