ΜΑΣ ΕΜΠΑΙΖΟΥΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΠΕΛΜΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΜΒΟΥΚΑΣ

Καθηγητής Πανεπιστημίου, Συγγραφέας, Αρθογράφος

Ενώ βρισκόμαστε στην τελική ευθεία των Ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου 2019, με τις εθνικές βουλευτικές εκλογές να ακολουθούν στη συνέχεια, η “κατινίστικη”  φρασεολογία και η επιχειρηματολογία των διαφόρων κομματικών στελεχών, καταδεικνύουν τον ξεπεσμό του πολιτικού βίου και την ανικανότητα των κομμάτων εξουσίας, να προτείνουν αποτελεσματικά μέτρα πολιτικής για την επίλυση των οξύτατων κοινωνικοοικονομικών  προβλημάτων που ταλανίζουν τη χώρα. Οι αρχηγοί των κομμάτων εξουσίας, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, αποτελούν τους διευθυντές της κωμικοτραγικής ορχήστρας του εγχώριου κομματικού-πολιτικού κατεστημένου εξουσίας. Τα διαπλεκόμενα οικονομικά συμφέροντα των κομμάτων εξουσίας με το κύκλωμα των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, καθρεφτίζουν τα πλοκάμια του χταποδιού της διαφθοράς που παρεμποδίζουν τη χώρα να εισέλθει σε φάση ταχύρυθμης αναπτυξιακής διαδικασίας και το δημόσιο χρέος να καταστεί “διαχειρήσιμο-βιώσιμο” (viable). Σε συνθήκες καταβαράθρωσης της ανταγωνιστικότητας της εθνικής μας οικονομίας και φτωχοποίησης μεγάλων μαζών του ελληνικού πληθυσμού, η διαφθορά ζει και να βασιλεύει σε όλα τα κυκλώματα πολιτικοοικονομικής εξουσίας. Η πανέμορφη χώρα μας εξελίσσεται σε παράδεισο της ντόπιας  κλεπτοκρατίας και της ασύδοτης διαφθοράς.

Τον Μάιο του 2010 η Ελλάδα δεσμεύτηκε με το πρώτο μνημόνιο λόγω κατάρρευσης των Δημοσίων Οικονομικών. Η αδυναμία της χώρας να ανταπεξέλθει στις τεράστιες δαπάνες εξυπηρέτησης του πελώριου δημόσιου χρέους, εξανάγκασε την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), λαμβάνοντας οικονομική βοήθεια ύψους 110 δις ευρώ (€). Η παταγώδης αποτυχία της ασκούμενης πρώτης μνημονιακής οικονομικής πολιτικής προκάλεσε μια άνευ ιστορικού προηγούμενου οικονομική κρίση, με κύρια χαρακτηριστικά την αναπτυξιακή οπισθοδρόμηση της εθνικής οικονομίας, την τρομακτική άνοδο της ανεργίας και την δραματική αύξηση του δημοσίου χρέους. Το πρώτο μνημόνιο διαδέχτηκαν το δεύτερο (Φεβρουάριος 2012) και το τρίτο μνημόνιο (Αύγουστος 2015), όπου οι ελληνικές κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραψαν επαχθέστατες δανειακές μνημονιακές συμβάσεις, που αποσκοπούσαν στην διάσωση των τραπεζών και την πειθαρχία των Δημοσίων Οικονομικών.

Αν και η Ελλάδα στα πλαίσια των τριών μνημονιακών δανειακών συμβάσεων έλαβε αστρονομική οικονομική βοήθεια, που δια στόματος Κλάους  Ρέγκλινγκ προέδρου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας υπερέβη συνολικά τα 400 δις ευρώ, εντούτοις το δημόσιο χρέος της χώρας εξακολουθούσε να αυξάνεται με αχαλίνωτους ρυθμούς σε συνθήκες οξύτατης δυσπραγίας της ελληνικής οικονομίας. Στα λόγια, μετά τις 20 Αυγούστου 2018, η Ελλάδα εννοείται ότι βγήκε από τα μνημόνια. Στην πράξη όμως η Πατρίδα μας συνεχίζει να είναι σφιχταγκαλιασμένη με το κουαρτέτο, δηλαδή το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, που από τον Αύγουστο του 2015 συναποτελούν τους τέσσερις εκπροσώπους των ξένων πιστωτών.

Το γιγαντιαίο δημόσιο χρέος της Ελλάδας και οι υπέρμετρες δαπάνες εξυπηρέτησής του συντελούν στην πλήρη εξάρτηση της χώρας από τους ξένους πιστωτές. Την περίοδο 2009-2018, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας όπως αυτό καθρεφτίζεται στο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης από 298,5 αυξήθηκε στα 359 δις ευρώ (€), με αποτέλεσμα από 125,7% να φτάσει στο σημείο να αντιπροσωπεύει το 194,5% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Αν το 2012 δεν υπήρχαν τα δύο κουρέματα του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της τάξης των 138 δις €, το επίσημο δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα ξεπέρναγε σήμερα τα 500 δις €. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και το πελώριο βραχυπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, όπως αυτό απεικονίζεται από το απόθεμα των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, το οποίο την περίοδο 2010-2018 από μόλις 15,2 εξακοντίστηκε στα 814,2 δις €. Για το ζωτικής σημασίας ζήτημα του κολοσσιαίου βραχυπρόθεσμου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης και την σιγή ιχθύος που μετά το 2010 τηρούν τα εκάστοτε κυβερνητικά μνημονιακά οικονομικά επιτελεία,  έχουμε αναφερθεί διεξοδικά σε προγενέστερες αναλύσεις μας από τις φιλόξενες σελίδες της Ελεύθερης Ώρας (20-8-2018, 14-12-2018, κ.λπ.).

Παράλληλα, η αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι η χώρα αδυνατεί να πετύχει ικανοποιητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, έστω της τάξης του 3%, πιστοποιεί τις σοβαρότατες παθογένειες της ελληνικής οικονομίες. Στις παθογένειες αυτές και ιδίως στην διαφθορά του πολιτικοοικονομικού συστήματος κρατικής εξουσίας, στις εκτεταμένες άνομες παραοικονομικές δραστηριότητες και στην πληθώρα αντιαναπτυξιακών κινήτρων στους διάφορους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, οφείλεται η διαχρονική αποδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού μας συστήματος και η αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού. Η στατιστική διαπίστωση ότι την περίοδο 1970-2018, ο πρωτογενής αγροτικός τομέας και ο δευτερογενής τομέας της βιομηχανίας από 49,7% έφτασαν στο οικτρό σημείο να παράγουν μόλις το 17,5% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν), επιβεβαιώνει την διαχρονική καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την αποσύνθεση της παραγωγικής της βάσης. Σε ποια χώρα του κόσμου ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών παράγει το 82,5% του ΑΕΠ;

Τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ) και της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤΕ), συγκλίνουν στην αποκαρδιωτική διαπίστωση ότι κατά την διάρκεια του 2019 παρατηρείται σοβαρή επιδείνωση των κύριων εθνικολογιστικών-δημοσιονομικών μεγεθών. Οι ακόλουθες στατιστικές επισημάνσεις πιστοποιούν του λόγου το αληθές:

1) Την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2018/2019 ο όγκος του εμπορίου λιανικών πωλήσεων μειώθηκε -3,3%. Η πορεία του κύκλου εργασιών του λιανικού εμπορίου καθρεφτίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αναπτυξιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, καθότι το λιανεμπόριο αποτελεί την κυριότερη συνιστώσα της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης. Σύμφωνα με το σύστημα των εθνικών λογαριασμών και με κριτήριο τη μέθοδο της δαπάνης, το 2018 η ιδιωτική κατανάλωση συνετέλεσε κατά 68,2% στην παραγωγή του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο αναπτυξιακός ρυθμός της ελληνικής οικονομίας κατά 1,9% το 2018 οφείλεται κατά 1,1% στη συμβολή της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης. Εμφανές είναι ότι αν τους επόμενους δέκα μήνες, η συρρίκνωση του όγκου λιανικών πωλήσεων συνεχιζόταν με το ρυθμό του πρώτου διμήνου, δηλαδή -3,3%, τότε το 2019 ο αναπτυξιακός ρυθμός της Ελλάδας θα κατέγραφε αρνητικό πρόσημο που σίγουρα θα προσέγγιζε το -2%.

2) Με βάση τη μεθοδολογία των εθνικών λογαριασμών, “επένδυση” θεωρείται η οποιαδήποτε μορφή δαπάνης σε υλικό κεφάλαιο, όπως κατοικίες, κτήρια, οδικά δίκτυα, μηχανολογικός εξοπλισμός, λιμενικές εγκαταστάσεις, υποδομές  αεροδρομίων, μαρίνες, κ.λπ. Το 2018 οι “ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου” μειώθηκαν κατά -12,2%, αντικατοπτρίζοντας την αποτελμάτωση της ελληνικής οικονομίας και τις αρνητικές προσδοκίες ως προς τις βραχυμεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.  Το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2019/2018, η συνολική οικοδομική δραστηριότητα (ιδιωτική- δημόσια) με βάση τον όγκο σε χιλιάδες κυβικά μέτρα μειώθηκε κατά -17,5%.  Το σύνολο της οικοδομικής δραστηριότητας συνιστά την σημαντικότερη παράμετρο των “ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου”. Άρα, αν εντός του τρέχοντος έτους, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου συνεχίσουν την καθοδική τους πορεία, σαφές είναι ότι ο κυβερνητικός στόχος για αναπτυξιακό ρυθμό της Ελλάδας γύρω στο  2,5% το 2018 δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί.

3) Η διαφαινόμενη κάμψη της ελληνικής οικονομίας τους πρώτους μήνες του 2019, αντανακλάται και στην πτωτική τάση των κρατικών εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους. Με βάση τα στοιχεία του ΓΛΚ, το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018/2019, τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού από άμεσους και έμμεσους φόρους μειώθηκαν κατά -4,72%, καθότι από 11,02 ελαττώθηκαν σε 10,50 δις €. Παράλληλα, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, που καταγράφουν την εξέλιξη των εσόδων και των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού επί ταμειακής βάσης, δείχνουν ότι το σύνολο των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού κατά την περίοδο  Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018/2019 μειώθηκαν -7,07%, δηλαδή από 11,33 σε 10,53 δις ευρώ. Σαφές είναι ότι η συρρίκνωση των κρατικών εσόδων από άμεσους και έμμεσους φόρους συμπορεύεται με την συντελούμενη κάμψη της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή καθρεφτίζεται στους βασικούς δείκτες οικονομικής δραστηριότητας της ΕΛΣΤΑΤ.

4) Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του 2019 παρατηρείται η διεύρυνση των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018/2019, οι εισαγωγές προϊόντων από 13,19 αυξήθηκαν σε 13,96 δις €, καταγράφοντας ποσοστιαία άνοδο της τάξης του 5,84%. Δεδομένου ότι την περίοδο αυτή οι εξαγωγές παρέμειναν καθηλωμένες γύρω στα 8,0 δις €, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου από -5,32 διευρύνθηκε στα -5,96 δις €. Τα στατιστικά δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδας παρουσιάζουν ανάλογη εικόνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταδεικνύοντας την αισθητή διόγκωση τόσο του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου όσο και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αν και το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018/2019, οι εισπράξεις συναλλάγματος από τους ανταγωνιστικούς κλάδους του τουρισμού και της ναυτιλίας  παρουσιάζουν ανοδική τάση,  εντούτοις την περίοδο αυτή η αυξανόμενη πορεία των εισαγωγών προκαλεί τελικά την διεύρυνση αμφότερων των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

5) Η επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας εντός του 2019 πιστοποιείται και από τα στοιχεία της εγγεγραμμένης ανεργίας του ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού). Με γνώμονα τα στοιχεία του ΟΑΕΔ, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων από 1.076.156 άτομα το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 ανήλθε σε 1.104.271 άτομα το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2019, παρουσιάζοντας έτσι ποσοστιαία αύξηση 2,61%. Ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί η στατιστική διαπίστωση, ότι, τα στοιχεία του ΟΑΕΔ καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα εγγεγραμμένης ανεργίας που ιστορικά έχουν καταγραφεί από τον συγκεκριμένο κρατικό φορέα. Δοθέντος ότι με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το σύνολο του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας εκτιμάται σε 4.720.000 άτομα, συνάγεται ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018/2019 το ποσοστό ανεργίας από 22,8 % αυξήθηκε σε 23,4%. Έχοντας κατά νου το μεταναστευτικό κύμα  ελλήνων πολιτών και ιδίως νέων ατόμων σε άλλες πατρίδες, που βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ την περίοδο 2010-2018 εκτιμάται τουλάχιστον σε 800.000 άτομα, συμπεραίνεται ότι αν δεν υπήρχε αυτή η αθρόα μετανάστευση, το ποσοστό ανεργίας θα υπερέβαινε σήμερα το 35%. Αξιομνημόνευτο είναι ότι λόγω της εκτεταμένης μετανάστευσης ελλήνων σε χώρες του εξωτερικού, την περίοδο 2008-2018 το συνολικό εργατικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε περί τα 400.000 άτομα.

Εκτός των ανωτέρω επίσημων στατιστικών στοιχείων, θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλους σημαντικούς οικονομικούς δείκτες, όπως είναι οι ιδιωτικές καταθέσεις στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, οι οφειλές των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προς τις εφορίες, ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, κ.λπ., που τους πρώτους μήνες του 2019 εμφανίζουν οφθαλμοφανή χειροτέρευση ή στασιμότητα σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2018. Πέραν πάσης αμφιβολίας, το σύνολο των κύριων οικονομικών δεικτών οδηγεί στο απαισιόδοξο συμπέρασμα, ότι,  η πρόσω της εθνικής μας οικονομίας εντός του 2019 προδιαγράφεται εμφανώς αρνητικότερη σε σχέση με το 2018.

Ουσιαστικά η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι καθηλωμένη στο βυθό του υφεσιακού κύκλου. Άλλες χώρες σαν την Ιρλανδία και την Ουγγαρία, όταν βγήκαν από τον κορσέ των μνημονιακών πολιτικών, εισήλθαν σε φάση ταχύρυθμης αναπτυξιακής πορείας. Η  Ελλάδα φαίνεται ανήμπορη να πετύχει ικανοποιητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, ώστε  μέσω της αναπτυξιακής διαδικασίας να δημιουργούνται οι απαιτούμενοι φορολογικοί πόροι, που θα συντελούσαν στην απρόσκοπτη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών. Η διαχρονική εξασθένηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και η χαμηλή παραγωγικότητα που χαρακτηρίζει το οικονομικό μας σύστημα, συνιστούν τα πρωταρχικά αίτια που το σκάφος της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί από τη φάση της ύφεσης να μπει σε δυναμική αναπτυξιακή τροχιά. Με ένα δημόσιο χρέος που αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς σε συνθήκες καθίζησης της εθνικής οικονομίας και με τις τοκοχρεολυτικές δαπάνες εξυπηρέτησής του να υπερβαίνουν ετησίως τα 40 δις ευρώ, αναπόφευκτα η χώρα οδηγείται νομοτελειακά σε τέταρτο μνημόνιο. Πώς είναι δυνατόν μια χώρα με αποτελματωμένη την οικονομία της, με αθεράπευτες ενδογενείς παθογένειες, με τις έκνομες παραοικονομικές δραστηριότητες να εμφανίζουν πρωτοφανή άνθηση, με ένα κομματικό σύστημα κυβερνητικής εξουσίας που το χαρακτηρίζουν η διαφθορά και ο αμοραλισμός και την παραγωγική βάση (αγροτικός-βιομηχανικός τομέας) της εθνικής οικονομίας μετά το 1970 να παρουσιάζει συνεχή αποσύνθεση, να δυνηθεί να πετύχει αξιόλογες αναπτυξιακές επιδόσεις και το τεράστιο δημόσιο χρέος της να καταστεί διαχειρήσιμο;

*Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Δημοκρατική Πατριωτική Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ (13-5-2019).

 

Advertisements
This entry was posted in Γενικά, Δημόσιο Χρέος, Ελληνική Κρίση, Ελληνική Οικονομία. Bookmark the permalink.