Το Μαγειρείο της ΕΛΣΤΑΤ

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) της 4ης Ιουνίου 2018 και με βάση τα στοιχεία του πίνακα 1, την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2017/Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε σε 2,33%. Αν ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο αυτή καίριας σημασίας μικροοικονομικοί και μακροοικονομικοί δείκτες, όπως είναι ο δείκτης λιανικών πωλήσεων, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, η πορεία του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κ.λπ., καταδεικνύουν την οριακή στασιμότητα της εθνικής μας οικονομίας, το ζωτικής σημασίας ερώτημα που ανακύπτει είναι: Ποιες είναι οι πηγές ανάπτυξης της εθνικής μας οικονομίας, που συνετέλεσαν στην επίτευξη του αναπτυξιακού ρυθμού της τάξης του 2,33%;

Με κριτήριο τα στοιχεία του πίνακα 1, παρατηρούμε ότι την περίοδο α’ τρίμηνο 2017/α’ τρίμηνο 2018, το πραγματικό ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) ή ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (έτος βάσης 2010) από 46.316 αυξήθηκε σε 47.397 δις ευρώ (€), καταγράφοντας έτσι ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο αυτή 2,33% (47.397/46.316=2,33%). Στον πίνακα 6 αναλύονται λεπτομερέστερα τα στοιχεία του πίνακα 1. Ωστόσο, με γνώμονα τα στοιχεία του πίνακα 6, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας κατά το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2017/2018 εκτιμάται σε 1,24% και όχι 2,33% που συνάγεται από τον πίνακα 1. Με γνώμονα  τη Μεθοδολογία των Εθνικών Λογαριασμών και υπολογίζοντας το ΑΕΠ με τη μέθοδο της δαπάνης, το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές κατά την διάρκεια του α’ τριμήνου 2017 και του α’ τριμήνου 2018 διαμορφώθηκε αντίστοιχα σε 46.728 και 47.307 δις ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2017/Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018, ο αναπτυξιακός ρυθμός της ελληνικής οικονομίας ανήλθε σε 1,24% (47.307/46.728=1,239% ή 1,24%).

Με κριτήριο τη μέθοδο της δαπάνης, το ΑΕΠ υπολογίζεται από το άθροισμα δύο ουσιωδών συνιστωσών και πιο συγκεκριμένα την “συνολική εγχώρια τελική ζήτηση” και το “ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών”. Η “συνολική εγχώρια τελική ζήτηση” που στην επιστημονική ορολογία είναι γνωστή και με τον όρο απορρόφηση (absorption), αντικατοπτρίζεται στο άθροισμα της “συνολικής καταναλωτικής δαπάνης” και του “συνολικού ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου”. Από την άλλη μεριά, το “ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών” αντανακλάται στη διαφορά μεταξύ “εξαγωγών” και “εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών”. Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες εννοιολογικές παρατηρήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα 6, το πραγματικό ΑΕΠ ή ΑΕΠ σε  σταθερές τιμές (έτος βάσης 2010) κατά το α’ τρίμηνο του 2017 υπολογίζεται ως εξής: Συνολική Εγχώρια Τελική Ζήτηση= 41.870 δις €+7.106 δις €=48.976 δις €, Ισοζύγιο Αγαθών και Υπηρεσιών=14.273 δις € – 16.521 δις €= -2.248 δις € και άρα πραγματικό ΑΕΠ α’ τριμήνου 2017= 46.728 δις € (48.976-2.248=46.728). Υιοθετώντας την ίδια συλλογιστική, το πραγματικό ΑΕΠ του α’ τριμήνου 2018 υπολογίζεται σε 47.307 δις €, δηλαδή 41.756+6.247+15.361-16.057=47.307 δις €. Άρα, τα στοιχεία του πίνακα 6 μας οδηγούν στην σημαντική διαπίστωση, ότι, την περίοδο α’ τρίμηνο 2017/α’ τρίμηνο 2018 ο αναπτυξιακός ρυθμός της Ελλάδας ανήλθε σε 1,24% (47.307/46.728=1,239% ή 1,24%).

Από την ανωτέρω ανάλυση και κατόπιν της προσεκτικής επεξεργασίας των στατιστικών δεδομένων που περιλαμβάνονται στον πίνακα 6, συνάγεται ότι το “χαλκείο” της ΕΛΣΤΑΤ έχει υιοθετήσει παράτυπες εθνικολογιστικές μεθοδεύσεις, τις οποίες και θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε στη συνέχεια. Η πρώτη βασική διαπίστωση είναι ότι την περίοδο α’ τρίμηνο 2017/α’ τρίμηνο 2018, η συνολική εγχώρια τελική ζήτηση από 48.976 ελαττώθηκε σε 48.004 δις €, που μεταφράζεται σε ποσοστό μείωσης -1,99%, δηλαδή προσεγγιστικά -2%. Αν κάποιος ανατρέξει στα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, θα διαπιστώσει ότι ιστορικά σε όλα τα τρίμηνα οι αναπτυξιακοί ρυθμοί της ελληνικής οικονομίας, προσδιορίζονται άμεσα και καθοριστικά από το ποσοστό μεταβολής της συνολικής εγχώριας τελικής ζήτησης. Οι τεχνοκράτες της ΕΛΣΤΑΤ θα μπορούσαν να μας αναφέρουν έστω και μια χώρα του κόσμου, η οποία να αναπτύσσεται με ρυθμούς  2,3% και ταυτόχρονα η συνολική δαπάνη για επενδυτικούς και καταναλωτικούς σκοπούς  να σημειώνει ελάττωση -2%;

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναπτυξιακός ρυθμός της ελληνικής οικονομίας κατά  2,33% ή ακόμα και 1,24%, αποδίδεται αποκλειστικά στην ελάττωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών από -2,25 δις € το α’ τρίμηνο του 2017 σε -0,70 δις € το α’ τρίμηνο του 2018. Δηλαδή, η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών αποτέλεσε την μοναδική πηγή ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά 2,33% ή 1,24% το πρώτο τρίμηνο του 2018. Στο σημείο αυτό ανακύπτει μια ουσιαστική στατιστική αντίφαση, που θα πρέπει να μας ερμηνεύσει το μαγειρείο της ΕΛΣΤΑΤ. Ως γνωστόν, η Τράπεζα της Ελλάδος είναι ο επίσημος φορέας που υπολογίζει τους επιμέρους λογαριασμούς του “ισοζυγίου πληρωμών” της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2017/Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018, το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών παρέμεινε αμετάβλητο στα –4,05 δις €. Παράλληλα την περίοδο αυτή το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από -2,78 αυξήθηκε σε -2,84 δις €. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι: Σε ποια στοιχεία βασίστηκε η ΕΛΣΤΑΤ και θεωρεί ότι την περίοδο α’ τρίμηνο 2017/α’ τρίμηνο 2018, το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών από -2,25 μειώθηκε σε -0,70 δις €; Αν τα  ανωτέρω ερωτήματα παραμείνουν αναπάντητα από την ΕΛΣΤΑΤ, ο λογικά σκεπτόμενος πολίτης ευλόγως θα διερωτηθεί, αν όντως στην ΕΛΣΤΑΤ υπάρχει χαλκείο που ανάλογα των πολιτικοοικονομικών συγκυριών και κατά το εκάστοτε κυβερνητικό δοκούν, τεχνηέντως και δολίως παραποιεί τα εθνικολογιστικά στοιχεία.

 

Advertisements
This entry was posted in Greek Statistics, Γενικά, Ελληνική Οικονομία. Bookmark the permalink.