ΕΘΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΘΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-Στρατηγική για την Ανάπτυξη

και τη Βιωσιμότητα των Δημοσίων Οικονομικών

Ο προεκλογικός αντιμνημονιακός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ για την οικονομία, στις 11 Ιουλίου 2015 με την θετική ψήφο 251 βουλευτών μεταξύ των οποίων του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, μεταλλάχτηκε ουσιαστικά σε τέταρτο μνημόνιο. Το πρώτο μνημόνιο επιβλήθηκε στον ελληνικό λαό τον Μάιο του 2010 λόγω της 5ης χρεοκοπίας του νεοελληνικού κράτους. Το δεύτερο και το τρίτο μνημόνιο εφαρμόστηκαν στα πλαίσια του δεύτερου και του τρίτου κουρέματος του δημοσίου χρέους της χώρας  το Φεβρουάριο και τον Δεκέμβριο του 2012. Εκεί που πριν τις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος, κοροϊδεύοντας τους πολίτες και διαλαλώντας  ότι αν συγκυβερνούσαν θα ξέσκιζαν τα μνημόνια και θα προέβαιναν σε μονομερή διαγραφή του δημοσίου χρέους, έκαναν κωλοτούμπα περιωπής και έγιναν υπέρμαχοι των δυσβάστακτων για τον ελληνικό λαό μνημονιακών πολιτικών. Όπως συνέβη με τον διαβόητο ΓΑΠ (Γεώργιος Α. Παπανδρέου) και τους σαμαροβενιζέλους, έτσι και με τους Αλέξη Τσίπρα και τον Πάνο Καμμένο, τα μνημόνια καθίστανται το κοράνι της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, με θύματα τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τις επιχειρήσεις.

Γιατί όμως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος υποτάχτηκαν στις βάναυσες μνημονιακές πολιτικές; Η απάντηση είναι πασιφανής. Ψήφισαν το τέταρτο μνημόνιο, για τον απλούστατο λόγο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ δεν είχαν στη φαρέτρα τους αξιόπιστα προγράμματα οικονομικής πολιτικής, που να αποτελούσαν τον εναλλακτικό των μνημονίων δρόμο. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αναλυτικό πρόγραμμα (μακρο)οικονομικής πολιτικής, επιστημονικά και όχι ερασιτεχνικά θεμελιωμένο, σίγουρα θα ενέπνεε εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στους ξένους πιστωτές και ο Σόιμπλε θα ήταν ο πρώτος που θα το υιοθετούσε. Αν τα μνημόνια ήταν το ευαγγέλιο της ασκούμενης κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής και μονόδρομος για τη χώρα, οι οικονομικές σχολές των πανεπιστημίων ανά την υφήλιο θα έπρεπε να έβαζαν λουκέτο και οι πανεπιστημιακοί να πηγαίναμε σπίτια μας. Που αποσκοπεί όμως η μακροοικονομική πολιτική; Η μακροοικονομική πολιτική έχει τέσσερις κεντρικούς στόχους: 1) Την ανάπτυξη της οικονομίας. 2) Την επίτευξη συνθηκών σταθερότητας στο οικονομικό σύστημα. 3) Την διαχρονική άνοδο της συνολικής απασχόλησης στην οικονομία. Και 4) Την προαγωγή του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και την ανύψωση της κοινωνικής ευημερίας.

Η οικονομική ανάπτυξη της οποιασδήποτε χώρας του κόσμου με ικανοποιητικούς ρυθμούς, αποτυπώνεται στην διαχρονική ανοδική τάση του πραγματικού ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Το ΑΕΠ ορίζεται ως η αξία των παραγόμενων τελικών αγαθών και υπηρεσιών στην επικράτεια της χώρας  κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου (π.χ. έτος). Ο δεύτερος πρωταρχικός στόχος της υιοθετούμενης μακροοικονομικής πολιτικής, είναι η επίτευξη σταθερότητας (ισορροπίας) στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Η διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα γύρω στο 1% ή 2% και η ύπαρξη πρωτογενών κρατικών πλεονασμάτων που να διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, συνιστούν τους κύριους παράγοντες που συμβάλλουν στην υλοποίηση του στόχου της μακροοικονομικής σταθερότητας. Ο τρίτος θεμελιώδης μακροοικονομικός στόχος σχετίζεται με την αύξηση της συνολικής απασχόλησης και καθρεφτίζεται στην ανάπτυξη της χώρας με σημαντικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Η “διατηρησιμότητα” (sustainability) της αναπτυξιακής διαδικασίας είναι αυτή που συντελεί στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και κατά προέκταση συνδράμει στην επίτευξη χαμηλών ποσοστών ανεργίας.

Η βασική και αναγκαία συνθήκη για την διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας, είναι το οικονομικό σύστημα της χώρας να χαρακτηρίζεται για το υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητάς του. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος, συνιστά το θεμελιώδη παράγοντα που συνδράμει στην διαχρονική άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας. Η αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής, προϋποθέτει την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος. Η αποδοτικότητα της υιοθετούμενης μακροοικονομικής πολιτικής, αντανακλάται στον τέταρτο ουσιαστικό στόχο της προαγωγής του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και την άνοδο της κοινωνικής ευημερίας. Η αύξηση του πραγματικού μισθού των εργαζομένων, η ικανοποιητική κερδοφορία των επιχειρήσεων, η ύπαρξη αποτελεσματικού υγειονομικού συστήματος, η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η αξιόλογη ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες του τις βαθμίδες, κ.λπ., συνθέτουν το κράμα των παραγόντων, που εγγυώνται την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και την διαχρονική αύξηση της κοινωνικής ευημερίας.

Πριν προβούμε στην παρουσίαση των κατευθυντήριων γραμμών και των μέτρων της προτεινόμενης εναλλακτικής (μακρο)οικονομικής πολιτικής, θα πρέπει να σχολιάσουμε την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η οικονομική ιστορία της Ελλάδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιλαμβάνει τις υποπεριόδους 1948-1980 και 1980-2017, που παρουσιάζουν διαφορετικές μακροοικονομικές επιδόσεις. Το πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου 1948-1980, είναι ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της χώρας ανήλθε σε 6,2%, σε αντιδιαστολή με την περίοδο 1980-2017 που ο αντίστοιχος μέσος αναπτυξιακός ρυθμός διαμορφώθηκε μόλις σε 0,8%. Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, σχετίζεται με το γεγονός ότι την περίοδο 1948-1980, το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ ουδέποτε υπερέβη το 27%, σε αντίθεση με  την περίοδο 1980-2017, που ο λόγος χρέος κεντρικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ από 20,4% εκτιμάται σε 185%.

Την περίοδο 1948-1980 το ποσοστό ανεργίας σπάνια υπερέβαινε το 6%. Οι υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί και το εκτεταμένο μεταναστευτικό ρεύμα στο εξωτερικό της περιόδου 1950-1975, συνέβαλαν ώστε τα εγχώρια ποσοστά ανεργίας να κυμαίνονται γύρω στο 6%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού) και της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή), το 1980 το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας ήταν μόλις 2,4%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 89.000 ανέργους. Από την άλλη μεριά, οι ικανοποιητικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της περιόδου 1948-1980 έδιναν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να συλλέγουν τους απαιτούμενους φορολογικούς πόρους και στη συνέχεια να χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους, με επακόλουθο ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα.

Μετά το 1980 παρατηρείται η δραματική μεταβολή του σκηνικού. Η ελληνική οικονομία την περίοδο 1980-1994 ήλθε αντιμέτωπη με το φάσμα του στασιμοπληθωρισμού, με αναπόφευκτη συνέπεια την τρομακτική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Την περίοδο αυτή το μέσο ποσοστό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ανά απασχολούμενο διαμορφώθηκε μόλις σε 0,5%, το μέσο ποσοστό ανεργίας προσέγγιζε το 10% και τα μέσα επίπεδα του πληθωρισμού υπερέβαιναν το 15%. Η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης ήταν αναπόφευκτη. Την περίοδο 1980-1994 το συνολικό δημόσιο χρέος, δηλαδή το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης και των ΔΕΚΟ (Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί) ως ποσοστό του ΑΕΠ από 29,9% εκτινάχτηκε σε 117,5%. Η περίοδος 1994-2007 χαρακτηρίζεται για τους αξιόλογους ρυθμούς ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ. Κατά τη φάση 1994-2007, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της εθνικής μας οικονομίας ανήλθε σε 3,9% και το μέσο ποσοστό ανεργίας κυμάνθηκε κάτω από το 9%. Ωστόσο, σε συνθήκες έντονης αναπτυξιακής διαδικασίας, ο λόγος του συνολικού δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ από 117,5% το 1994 ανέβηκε στο 127,9% το 2007. Η ανοδική τάση του συνολικού δημοσίου χρέους σε συνθήκες ικανοποιητικών αναπτυξιακών επιδόσεων, οφείλεται στα μικρά πρωτογενή πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού.

Την περίοδο 1994-2008 η γενική κυβέρνηση για εννέα ημερολογιακά έτη είχε πρωτογενή πλεονάσματα σωρευτικής αξίας 32,4 δις €. Παρά την ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων κατά την περίοδο 1994-2008, το χρέος της γενικής κυβέρνησης από 91,0 εκτινάχτηκε σε 262,3 δις €. Δηλαδή, την περίοδο 1994-2008, που ο μέσος αναπτυξιακός ρυθμός της χώρας ήταν 3,6%, σε απόλυτες τιμές το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε 2,88 φορές. Μετά το 2008 διαπιστούται η συγκλονιστική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση παρατεταμένης κρίσης, που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009, προκάλεσε έμμεσα τη διεύρυνση του υφεσιακού ρήγματος, με αποτέλεσμα την περίοδο 2008-2017 η συνολική ελάττωση του πραγματικού ΑΕΠ να εκτιμάται σε -28%. Η διεθνής οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009 αποκάλυψε τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τα γυάλινα πόδια στα οποία στηριζόταν.

Το 2008 το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας ήταν 7,6%. Σε συνθήκες εντεινόμενης ύφεσης της εθνικής μας οιονομίας, την περίοδο 2008-2017 το μέσο ποσοστό ανεργίας διαμορφώνεται σε 23%. Η επιδείνωση των Δημοσίων Οικονομικών είναι δραματική, με αποκορύφωμα τις πτωχεύσεις της χώρας τον Μάιο του 2010, τον Φεβρουάριο του 2012 και τον Ιούλιο του 2015.  Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ από 108,3% το 2008 εξακοντίστηκε σε 185% το 2017. Αν και κατά τη διάρκεια του 2012 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κουρεύτηκε δύο φορές και το χρέος μειώθηκε συνολικά 138 δις ευρώ, ωστόσο το απόλυτο μέγεθος τους χρέους από 280,3 δις ευρώ τον Μάρτιο 2012, εκτοξεύτηκε σε 337,2 δις ευρώ τον Φεβρουάριο του 2018. Όσο η ύφεση της ελληνικής οικονομίας παρατείνεται, το δημόσιο χρέος της Ελλάδος θα αυξάνεται τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και η πατρίδα μας θα βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπη με το φάσμα των αλυσιδωτών χρεοκοπιών.

Η βιωσιμότητα, δηλαδή η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της χώρας, εξαρτάται από την αναπτυξιακή πορεία της εθνικής μας οικονομίας. Ουδεμία χώρα στο παρελθόν, δεν κατάφερε να μειώσει τα κρατικά της χρέη σε καθεστώς παρατεταμένης ύφεσης. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται για την υπέρμετρη διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου, το πολύ χαμηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας του οικονομικού της συστήματος, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, την πολύπλευρη ανομία στον χώρο της παραοικονομίας, την συγκάλυψη των παρανομιών των ισχυρών παραγόντων της εγχώριας πολιτικοοικονομικής νομενκλατούρας και την αδιαφάνεια στις συναλλαγές του πολίτη με τη δημόσια διοίκηση. Το μέλλον της ελληνικής οικονομίας προδιαγράφεται ζοφερό και προβλέψεις για έξοδο από την σοβούσα οικονομική-δημοσιονομική κρίση είναι παρακινδυνευμένο να διατυπωθούν.

Οι λανθασμένες πολιτικές των μνημονίων, έβαλαν την πατρίδα μας σε μεγάλες περιπέτειες. Αν και το δημόσιο χρέος κουρεύτηκε δύο φορές, εξακολουθεί να αυξάνει με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Από τον Μάιο του 2010 και μέχρι σήμερα, όλα τα Μεσοπρόθεσμα Προγράμματα Δημοσιονομικής Στρατηγικής απέτυχαν παταγωδώς. Επιτακτική είναι η ανάγκη η εθνική οικονομία να εισέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά. Η επίτευξη σημαντικών αναπτυξιακών ρυθμών και η πειθαρχία των Δημοσίων Οικονομικών, απαιτούν την προαγωγή της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ο  Εναλλακτικός Δρόμος συνιστά μια κατασταλαγμένη πρόταση Πολιτικής για Έξοδο από την Οικονομική-Δημοσιονομική Κρίση. Η εφαρμογή μιας εθνικής αντιμνημονιακής οικονομικής πολιτικής, που θα δίνει ελπίδα και ευοίωνη προοπτική για έξοδο από την δημοσιονομική σήψη, θα πρέπει να κινείται στις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:

1) Η εισοδηματική και η φορολογική πολιτική αποκτούν αναπτυξιακή διάσταση, αποσκοπώντας στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, απαιτεί την άνοδο του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών. Την περίοδο 2010-2017, δηλαδή την περίοδο εφαρμογής των απάνθρωπων μνημονιακών πολιτικών, το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων εκτιμάται ότι μειώθηκε τουλάχιστον -45%. Οι συνταξιούχοι καταπλακώθηκαν από την χιονοστιβάδα των αντιλαϊκών μέτρων των μνημονίων, διαπιστώνοντας την περίοδο αυτή το στράγγισμα του εισοδήματός τους γύρω στο -50%. Τρόικα και κυβέρνηση φαίνεται να αγνοούν ότι καμία  χώρα δεν μπορεί να πετύχει ικανοποιητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, αν το πραγματικό εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων δεν σημειώνει πραγματική αύξηση στο μακροχρόνιο.

2)  Αξιοποίηση των εθνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας, ο ορυκτός πλούτος, ο αγροτικός τομέας και η πολιτιστική κληρονομιά, συνθέτουν τα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα, που μπορούν να οδηγήσουν την χώρα σε ταχύρυθμη ανάπτυξη. Η επίτευξη υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών απαιτεί την προώθηση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος. Διάφοροι κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, γεωπολιτικοί και δημογραφικοί παράγοντες, συνδράμουν στην αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μιας χώρας. Η άνοδος των εξαγωγών, η πειθαρχία των δημόσιων οικονομικών, η ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις, η καταπολέμηση της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, η πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, η ενθάρρυνση της έρευνας, η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, η εύρυθμη λειτουργία του θεσμού της δικαιοσύνης, κ.λπ., αποτελούν παράγοντες οι οποίοι συντελούν στην άνοδο της ανταγωνιστικής θέσης μιας χώρας και άρα στην επίτευξη υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών. Αναμφίβολα, η οικονομική ανάπτυξη συνιστά μια πολύπλοκη διαδικασία, τα θετικά αποτελέσματα της οποίας γίνονται φανερά στο μακροχρόνιο.

3) Εξάλειψη των αντικινήτρων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας. Οι αναπτυξιακοί νόμοι εκτός της θέσπισης κινήτρων για την υλοποίηση άρτιων επενδυτικών προγραμμάτων, θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην απαλοιφή των διαφόρων αγκυλώσεων, που υπάρχουν στους επιμέρους οικονομικούς κλάδους, εντός των οποίων παράγονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες. Η αρμονική συνεργασία των παραγωγικών υπουργείων και ιδίως του υπουργείου οικονομικών, με τους εκπροσώπους των κλαδικών φορέων, είναι καίριας σημασίας για την κατάργηση των πάσης φύσεως αντικινήτρων. Στους επιμέρους οικονομικούς κλάδους παράγεται το ΑΕΠ. Άρα, οι προτάσεις και τα μέτρα πολιτικής, που οι εκπρόσωποι των κλαδικών φορέων εισηγούνται στην κυβέρνηση, αναφορικά με την καταπολέμηση των αναπτυξιακών αντικινήτρων, θα πρέπει να τυγχάνουν άμεσης επεξεργασίας και εφαρμογής.    

4) Παροχή αποδοτικών κινήτρων σε επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό. Οι εξαγωγές θα πρέπει να καταστούν το όχημα της αναπτυξιακής μας προσπάθειας. Η διαχρονική αύξηση των εξαγωγών αποτελεί τον σπουδαιότερο παράγοντα, που συντελεί καθοριστικά στην διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου σαν την Ελλάδα έχουν μικρή εσωτερική αγορά, που ανέρχεται σε μερικά εκατομμύρια καταναλωτές. Αυτό σημαίνει ότι τα περιορισμένα όρια της εσωτερικής αγοράς, δεν δύνανται να στηρίξουν μια αυτοδύναμη αναπτυξιακή πορεία. Επίσης, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι η εσωτερική αγορά μιας χώρας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Άρα, γιατί μια χώρα να θέτει ως κύριο στόχο της αναπτυξιακής της πολιτικής, την υποκατάσταση των εισαγόμενων ξένων προϊόντων με εγχωρίως παραγόμενα, αντί να θέτει ως θεμελιώδη στόχο την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων, τα οποία να συναγωνίζονται τα αντίστοιχα ξένα, σε κάθε αγορά, εγχώρια ή διεθνή; Χώρες που αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς, διαπιστούται ότι οι εξαγωγές και οι εισαγωγές τους σε αγαθά και υπηρεσίες, σημειώνουν διαχρονικά ταυτόχρονη ανοδική τάση. Η διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι ο εξαγωγικός τομέας διαθέτει μηχανισμούς, οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να ωθήσουν το σύνολο της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά. Οι διάφοροι κλάδοι και υποκλάδοι της οικονομίας συσχετίζονται μεταξύ τους, όπως τα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Άρα, αν κάποιος κλάδος ή κλάδοι παρουσιάζουν εξαγωγικό σφρίγος και δυναμισμό, το σύνολο των κλάδων της οικονομίας θα ενεργοποιηθεί, με άμεσο αποτέλεσμα την απρόσκοπτη ανάπτυξη του συνόλου της οικονομίας.

5) Η κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα επιβαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες και όχι τον ελληνικό λαό. Τράπεζες που δεν θα έχουν δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης και εξυπηρέτησης των χρεών τους, θα μπαίνουν σε καθεστώς εκκαθάρισης. Δεν είναι ηθικό και δίκαιο, οι πολίτες και γενικότερα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, να επιβαρύνονται με το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης ζημιογόνων και άνευ θετικών προοπτικών τραπεζικών ιδρυμάτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος εννοείται ότι είναι ο θεματοφύλακας της ομαλής και αποδοτικής λειτουργίας του τραπεζικοπιστωτικού μας συστήματος και γι’ αυτό οφείλει να ελέγχει με τεχνοκρατικά κριτήρια και αμεροληψία τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα.

6) Αναπροσαρμογή του ενεργειακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Για παράδειγμα, η αξιοποίηση των εναλλακτικών ενεργειακών καλλιεργειών δύναται να συμβάλλει στην πρόοδο του γεωργικού τομέα, με θετικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο σύνολο της οικονομίας. Σύμφωνα με έγκυρες επιστημονικές αναλύσεις, η παραγωγική αξιοποίηση των ενεργειακών καλλιεργειών θα έχει εντονότατες θετικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις σε αρκετούς κλάδους του πρωτογενούς, του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα της ελληνικής οικονομίας, με συνολική προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ τουλάχιστον δύο δις ευρώ κάθε χρόνο. Παράλληλα, με έξυπνα και εμπεριστατωμένα μέτρα ενεργειακής πολιτικής, δύναται να αξιοποιηθεί αποδοτικά ο υφιστάμενος ορυκτός πλούτος της χώρας, όπως υδρογονάνθρακες, πετρέλαιο, κ.ά., καθώς επίσης οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας  (αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια, κ.ά.), οι οποίες βρίσκονται σε αφθονία στον ελλαδικό χώρο. Οι ενεργειακές δυνατότητες της Ελλάδος συνιστούν τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η χώρα μας έχει ευοίωνες προοπτικές να καταστεί σε  μερικά χρόνια εξαγωγέας ενεργειακών πόρων.

 7) Η οικονομική πολιτική της Ιδιωτικοποίησης μπορεί να αποτελέσει καταλύτη της αναπτυξιακής διαδικασίας. Στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι η οικονομική πολιτική της ιδιωτικοποίησης δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά μια μέθοδος πολιτικής που προϋποθέτει προσεκτικά βήματα και βαθύ συλλογισμό από τους αρμόδιους φορείς κατά την διαδικασία εφαρμογής της. Βασική επιδίωξη της πολιτικής της ιδιωτικοποίησης είναι να μεταφερθούν αρμοδιότητες του κράτους σε ιδιωτικά χέρια, με απώτερο στόχο την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κόστους και την μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Η ιδιωτικοποίηση-αποκρατικοποίηση ως μέθοδος οικονομικής πολιτικής, αποσκοπεί κυρίως στην καλυτέρευση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, στην προσφορά των παραγόμενων προϊόντων σε προσιτές τιμές προς τους πολίτες και στη βελτίωση της λειτουργίας του κρατικού τομέα.  Με την εφαρμογή καλομελετημένων και εθνικά επωφελών πολιτικών ιδιωτικοποίησης, με την διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο θα συντελεί στην αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας του ευρύτερου δημοσίου τομέα και με την ενθάρρυνση ανταγωνιστικών ιδιωτικών πρωτοβουλιών στα πλαίσια των επιμέρους οικονομικών κλάδων, οι κρατικές δαπάνες όχι μόνο θα μειωθούν, αλλά ταυτόχρονα θα αποκτήσουν παραγωγικότερο χαρακτήρα και θα συμβάλλουν θετικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση της ασκούμενης αναπτυξιακής πολιτικής.

8) Πάταξη των άνομων παραοικονομικών δραστηριοτήτων. Επιτακτική είναι η ανάγκη να χτυπηθούν στη ρίζα τους οι παράνομες δραστηριότητες της παραοικονομίας, όπως λαθρεμπόριο (καυσίμων, ναρκωτικών, ηλεκτρικών συσκευών,  ειδών ένδυσης και υπόδησης, παιγνίων, κ.ά.), πορνεία, φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, αρχαιοκαπηλία, δωροδοκία, ξέπλυμα χρήματος κ.λπ. Η παραοικονομία προκαλεί την ανισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος, τον ανισομερή επιμερισμό των φορολογικών βαρών, την απώλεια άμεσων και έμμεσων φόρων για το κράτος, τη μεγέθυνση της διαφθοράς, κ.λπ., με επακόλουθη την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και τον εξαναγκασμό της σε αλυσιδωτές χρεοκοπίες. Διαφθορά και έκνομη παραοικονομία είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και η πάταξη των έκνομων παραοικονομικών δραστηριοτήτων, αποτελούν ζωτικές εθνικές προτεραιότητες για την έξοδο από τη δημοσιονομική-οικονομική κρίση.

9) Οι τράπεζες και οι κοινωνικοί εταίροι (ΣΕΒ, κ.λπ.) έχουν καθήκον, να συμμετάσχουν με χειροπιαστά έργα στην ανασυγκρότηση της εθνικής οικονομίας και την έξοδό της από την παρατεταμένη κρίση. Οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην αναπτυξιακή ανάταση της χώρας. Tο τραπεζικοπιστωτικό σύστημα είναι αυτό που χρηματοδοτεί τις επενδυτικές δραστηριότητες των διαφόρων οικονομικών μονάδων και εννοείται ότι προνοούν για την αποδοτική αξιοποίηση των υφιστάμενων τραπεζικών καταθετικών πόρων, δηλαδή το αποταμιευτικό στέρημα του ελληνικού λαού, σε κερδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες. Αν οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για την αξιοποίηση των τραπεζικών αποταμιευτικών πόρων του ελληνικού λαού σε παραγωγικές και προσοδοφόρες δραστηριότητες, τότε ποιος θα ενδιαφερθεί;

10) Παροχή κινήτρων για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις. Όσες χώρες επιτυγχάνουν αξιόλογες αναπτυξιακές επιδόσεις πληρούν δύο βασικότατες προϋποθέσεις. Διαχρονικά αυξανόμενες εξαγωγές και σημαντικές εισροές κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις. Οι άμεσες επενδύσεις αφορούν εισροές ξένων κεφαλαίων στην οικονομία μιας χώρας, που επενδύονται σε παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας και άρα μένουν στη χώρα. Η προσέλκυση κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις θα πρέπει να συνιστά κεντρική προτεραιότητα των εγχώριων τραπεζών και των κοινωνικών εταίρων. Οι άμεσες επενδύσεις θεωρούνται θεμελιώδη παράμετρο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η παγκόσμια οικονομική ιστορία αποκαλύπτει ότι καμία χώρα του κόσμου, δεν μπορεί να πετύχει αξιόλογους αναπτυξιακούς ρυθμούς, αν δεν καταφέρνει να προσελκύει σε ετήσια βάση σημαντικά ξένα κεφάλαια, για την χρηματοδότηση μακρόπνοων επενδυτικών έργων.

11) Αναβάθμιση του θεσμού της παιδείας, ώστε το ανθρώπινο κεφάλαιο να καταστεί ο βασικός μοχλός της αναπτυξιακής διαδικασίας. Από την εμπειρία των προηγμένων χωρών, αποκομίζεται το ιστορικό δίδαγμα ότι ο ανθρώπινος παράγων παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην οποιαδήποτε αναπτυξιακή προσπάθεια. Χώρες με πλούσια αποθέματα πρώτων υλών π.χ. διάφορες αφρικανικές, ασιατικές ή λατινοαμερικανικές χώρες, θα διέρχονται για πολλές δεκαετίες ακόμη τη φάση της υπανάπτυξης, αν δεν βελτιώσουν την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού τους. Η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης και της προαγωγής των κοινωνικοοικονομικών θεσμών, απαιτεί την προσφορά ανθρώπινου δυναμικού ποιοτικά και ποσοτικά ικανού, να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μια τέτοια μακρόπνοη προσπάθεια.

12) Ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας. Οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα οφείλουν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι η έρευνα πληρώνεται και γι’ αυτό κάποιο ποσοστό των ετήσιων γενικών τους εξόδων, θα πρέπει να έχει προορισμό την επιστημονική έρευνα σε θέματα εξαγωγικού μάρκετινγκ, σχεδιασμού, τυποποίησης, ελέγχου ποιότητας, συσκευασίας, διακίνησης προϊόντων, κ.λπ. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα μας και ιδίως οι επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, δεν θα πρέπει να αρκούνται στην αντιγραφή των μεθόδων παραγωγής που αρχικά υιοθετήθηκαν στις αναπτυγμένες χώρες, αλλά ένα μέρος του ετήσιου προϋπολογισμού τους, χρήσιμο είναι να προορίζεται σε σοβαρούς ερευνητικούς σκοπούς. Το μυαλό του Έλληνα διαθέτει τεράστιες δυνατότητες. Αρκεί να διαμορφωθούν οι απαραίτητες θεσμικές συνθήκες, για να απελευθερώσει τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις. Η επιστημονική έρευνα και η διάχυση της επιχειρηματικότητας σε όλα τα κανάλια της οικονομίας, συνιστούν τους ουσιαστικούς παράγοντες για καινοτόμες τεχνολογικές εξελίξεις και την δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών. Οι ευρεσιτεχνίες σε καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και νέα ανταγωνιστικά προϊόντα πρέπει να ενθαρρύνονται και να υλοποιούνται άμεσα. Το ελληνικό πανεπιστήμιο και οι διάφοροι φορείς επιστημονικής έρευνας, σε συνεργασία με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή η θεωρία με την πράξη, θα πρέπει να καταστούν εργαστήρι επινόησης πρωτοποριακών μεθόδων σκέψης και παραγωγής.

13) Αυστηρός έλεγχος των κρατικών δαπανών, που αφορούν δαπάνες προσωπικού και λειτουργικές δαπάνες του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Η μείωση των αντιπαραγωγικών κρατικών δαπανών, προϋποθέτει αποφασιστικές και καλομελετημένες θεσμικές παρεμβάσεις στους διαφόρους φορείς που συνθέτουν τον δημόσιο τομέα. Ο αριθμός των απασχολουμένων στην κεντρική κυβέρνηση και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, θα πρέπει την επόμενη δεκαετία να μειωθεί τουλάχιστον 150.000 άτομα. Σε ορίζοντα δεκαετίας, το μόνιμο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 450.000 άτομα. Από την προαγωγή της παραγωγικότητας της δημόσιας διοίκησης, τον περιορισμό ή την κατάργηση διαφόρων κρατικών φορέων που παράγουν αναποτελεσματικό κοινωνικό έργο και την αποδοτικότερη συνεργασία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, ο κρατικός μηχανισμός δύναται να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην αύξηση της κοινωνικής ευημερίας και την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας.

14) Οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να αποτελέσουν βασική συνιστώσα της αναπτυξιακής διαδικασίας. Δεν είναι δυνατόν σε σύνολο κρατικών δαπανών το 2017 της τάξης των 86 δις ευρώ, οι δαπάνες του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) να ανέρχονται μόλις σε 5,9 δις ευρώ. Οι δαπάνες του ΠΔΕ θα πρέπει να αποτελούν τουλάχιστον το 15% των συνολικών κρατικών δαπανών και να προορίζονται σε κλάδους της εθνικής οικονομίας με υψηλό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Σημαντικό μέρος των κρατικών δαπανών θα πρέπει να στηρίζει τους φτωχοποιημένους συμπολίτες μας από τις απάνθρωπες μνημονιακές πολιτικές.

Τα ανάμικτα αισθήματα απογοήτευσης μπορούν να μεταβληθούν σε αισιόδοξα μηνύματα και το χαμόγελο να λάμψει στα πρόσωπα όλων μας, αν οι προαναφερθέντες άξονες της οικονομικής πολιτικής γίνουν χειροπιαστό γεγονός. Ο Εναλλακτικός Δρόμος συνιστά τη Στρατηγική, μέσω της οποίας θα φανεί στο βάθος του ορίζοντα η ηλιαχτίδα της ελπιδοφόρας ανάπτυξης, που θα συνδράμει  στην πολυπόθητη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Η εμπειρία των αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων της περιόδου 2008-2017, θα πρέπει να γίνει δίδαγμα και προπομπός για την επιλογή των καλύτερων λύσεων στο μέλλον. Η ταχύρυθμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας καθιστά το χρέος βιώσιμο (διαχειρήσιμο). Η επίτευξη ικανοποιητικών αναπτυξιακών ρυθμών, θα συντελέσει στην δημιουργία σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό. Με μέσους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 3% κατά την επόμενη δεκαετία, επιλύεται ο γόρδιος δεσμός του δημοσιονομικού προβλήματος, χωρίς μνημονιακές συμβάσεις και πολιτικές εξαρτήσεις από ξένους πάτρωνες και γύπες πιστωτές.

 

Advertisements
This entry was posted in Ανταγωνιστικότητα & Οικονομική Ανάπτυξη, Γενικά, Ελληνική Κρίση, Ελληνική Οικονομία. Bookmark the permalink.