Ο Ερντογάν εμπνεόμενος από τον Ερμπακάν, ξεριζώνει το κεμαλικό κατεστημένο

Η πολιτική φυσιογνωμία του Νετσμεττίν Ερμπακάν (1926-2011) ήταν αυτή που καθοριστικά επηρέασε τον χαρακτήρα και την ιδεολογία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (1954-). Ο Ερμπακάν πολέμησε με πάθος και γενναιότητα το κεμαλικό κατεστημένο, αγωνιζόμενος για την κατάργηση του κοσμικού κράτους και υιοθετώντας την ιδεολογία της ισλαμοποίησης της τουρκικής κοινωνίας. Ο Ερμπακάν ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα. Παίρνοντας το 1948 το πτυχίο του μηχανολόγου από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, κάτι ανάλογο με το δικό μας Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην τότε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το 1953 από το πανεπιστήμιο του Άαχεν έλαβε διδακτορικό δίπλωμα. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1954 από τη θέση του επίκουρου καθηγητή στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, για να διοριστεί στη θέση του τακτικού καθηγητή το 1965. Παράλληλα, υπήρξε διακεκριμένος επιχειρηματίας, ιδρυτής και ιδιοκτήτης αξιόλογης βιομηχανικής επιχείρησης παραγωγής οπλικών συστημάτων.

Η ενασχόλησή του με την πολιτική ξεκίνησε το 1969, όταν στις βουλευτικές εκλογές του έτους αυτού εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής. Το έτος αυτό δημοσίευσε ένα κείμενο τιτλοφορούμενο Εθνική Άποψη, το οποίο αποτελούσε ένα μανιφέστο, που προπαγάνδιζε τον αντιδυτικό προσανατολισμό της Τουρκίας και την προώθηση ενός ιδιότυπου ισλαμικού τουρκικού τσιχάντ. Το 1970 ίδρυσε το κόμμα της Εθνικής Τάξεως. Από τη θέση του προέδρου επέδειξε εντονότατη μαχητικότητα κατά του κεμαλικού κατεστημένου, προωθώντας την ιδέα του νεοοθωμανισμού και της διείσδυσης του θρησκευτικού Ισλάμ στην τουρκική κοινωνία. Σε συνθήκες κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής αναταραχής, στις 12 Μαρτίου του 1971 εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα. Την επομένη του πραξικοπήματος παραιτήθηκε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Οι στρατιωτικοί απαίτησαν από τους πολιτικούς την διακυβέρνηση της χώρας εντός των κατευθυντήριων γραμμών που είχε χαράξει ο Κεμάλ Ατατούρκ. Το 1972 το Συνταγματικό Δικαστήριο, θεσμός πλήρως ελεγχόμενος από το στρατιωτικό κεμαλικό κατεστημένο, έβγαλε εκτός νόμου το κόμμα της Εθνικής Τάξεως του Ερμπακάν. Η κύρια κατηγορία ήταν ότι ο Ερμπακάν και το κόμμα του, διαποτίζουν τους πολίτες με ταξικό μίσος και φθόνο κατά του Ατατουρκισμού.

Το 1973 Ο Ερμπακάν ίδρυσε το κόμμα της Εθνικής Σωτηρίας, το οποίο στις εθνικές εκλογές του ίδιου έτους με 11,8% εισήλθε πανηγυρικά στη Βουλή. Στα ιδρυτικά μέλη του κόμματος ήταν και ο νεαρός Ταγίπ Ερντογάν. Την περίοδο 1971-1980, παρατηρήθηκαν οι εναλλαγές 11 κυβερνήσεων στην εξουσία, λόγω της υποβόσκουσας οικονομικής κρίσης και των κλυδωνισμών που δεχόταν το κεμαλικό κατεστημένο. Κατά την περίοδο 1974-1978, ο Ερμπακάν υπήρξε τρεις φορές αντιπρόεδρος σε κυβερνήσεις συνασπισμού, μια με πρωθυπουργό τον Μπουλέντ Ετζεβίτ και δύο με πρωθυπουργό τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο κατά του Εθνάρχη Μακαρίου, ο Ερμπακάν τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στη Μεγαλόνησο. Υπήρξε υπέρμαχος της διχοτόμησης της Κύπρου και της ανακήρυξης ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους. Στο μεταξύ η κοινωνικοοικονομική κρίση στην Τουρκία συνεχιζόταν. Οι βίαιες διαδηλώσεις και οι δολοφονίες βρίσκονταν συνεχώς στην ατζέντα της τρέχουσας επικαιρότητας. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1980, εκδηλώθηκε νέο στρατιωτικό πραξικόπημα υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Κενάν Εβρέν.

Λίγες μέρες μετά την επιβολή του πραξικοπήματος, ο Ερμπακάν και τα στελέχη του κόμματός του συνελήφθησαν και τους απαγγέλθη η κατηγορία ότι δρουν κατά της εκκοσμίκευσης του κράτους. Γνωστό είναι ότι ο Ατατουρκισμός, δηλαδή η κεμαλοποίηση της Τουρκίας, βασιζόταν σε τρεις κεντρικές αρχές. Την “εκκοσμίκευση” του κράτους, τον “εκδυτισμό” της Τουρκίας και τον “περιορισμό” της θρησκείας στα ιερατικά της καθήκοντα. Οι ένοπλες δυνάμεις και το δικαστικό σώμα αποτέλεσαν τους στυλοβάτες εγκαθίδρυσης του κεμαλικού καθεστώτος. Τον Ιούλιο του 1983 ο Ερμπακάν ίδρυσε το εθνικιστικό κόμμα της Ευημερίας, στις τάξεις του οποίου άρχισε να επιδεικνύει αξιοσημείωτη δραστηριότητα ο Ερντογάν. Με όριο εισόδου στο τουρκικό κοινοβούλιο το 10%, στις εκλογές της 29ης Νοεμβρίου 1987 το κόμμα της Ευημερίας έλαβε 7,1% και δεν κατάφερε να εισέλθει στη Βουλή. Παρ’ όλα αυτά, η μαχητικότητα, η ευστροφία και η μεθοδικότητα του Ερμπακάν, συνέβαλαν ώστε το κόμμα του να επιδεικνύει αξιοσημείωτη απήχηση στην τουρκική κοινωνία. Ο Ταγίπ Ερντογάν, πρωτοκλασάτο πλέον στέλεχος του κόμματος της Ευημερίας, εκλέχτηκε δήμαρχος Κωνσταντινουπόλεως στις αυτοδιοικητικές εκλογές της 27ης Μαρτίου 1994. Αναμφίβολα, ο Ερμπακάν ήταν η κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα, που δυναμικά ερχόταν στην πρωθυπουργική εξουσία, αποφασισμένος να συγκρουστεί μετωπικά με το κεμαλικό καθεστώς. Τελικά, θα καταφέρει να εκριζώσει το κεμαλικό κατεστημένο; Ή αυτόν τον ιστορικό ρόλο, θα τον αναλάβει το πνευματικό του παιδί, ο Ταγίπ Ερντογάν;

Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ιστορική πορεία προς την ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας. Πρόεδρος της Τουρκίας ανέλαβε ο εγκέφαλος του πραξικοπήματος Κενάν Εβρέν (1917-2015). Παρέμεινε στον προεδρικό θώκο μέχρι την 9η Νοεμβρίου 1989. Την ημέρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος, ο Ερμπακάν τέθηκε υπό αυστηρό περιορισμό και μερικές μέρες αργότερα αφέθη ελεύθερος. Στις 15 Οκτωβρίου 1980, ο Ερμπακάν με 21 στελέχη του κόμματός του συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Χαρακτηρίστηκαν φονταμενταλιστές, εκπρόσωποι του εξτρεμιστικού Ισλάμ. Η βασική κατηγορία που τους αποδόθηκε, ήταν ότι με την πολιτική τους δράση αποσκοπούν στην αποδόμηση του κοσμικού κεμαλικού καθεστώτος και την επικράτηση του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Στις 24 Ιουλίου του 1981 ο Ερμπακάν αποφυλακίστηκε, με την προϋπόθεση όμως να μην ασχοληθεί με την πολιτική. Το Νοέμβριο του 1982 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, με το οποίο το κόμμα της Εθνικής Σωτηρίας τέθηκε εκτός νόμου και τιμωρούσε τον Ερμπακάν με δεκαετή αποκλεισμό από τα πολιτικά δρώμενα στην Τουρκία. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούλιο του 1983, ο Ερμπακάν προχώρησε στην δημιουργία του ισλαμικού κόμματος της Ευημερίας, ανάμεσα στα μέλη του οποίου ήταν και ο Ταγίπ Ερντογάν.

Γεγονός είναι ότι πριν το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, η Τουρκία ήταν εστία οξύτατων πολιτικών συγκρούσεων και με μια εθνική οικονομία που παρέπαιε. Οι βιαιότητες μεταξύ πολιτικών αντιπάλων, η αύξηση της εγκληματικότητας και οι βομβιστικές επιθέσεις ήταν επί μονίμου βάσης στην επικαιρότητα. Επί δύο και πλέον χρόνια, το καθεστώς ήταν ιδιαίτερα σκληρό και αμείλικτο. Εκτός του κόμματος της Ευημερίας του Ερμπακάν, αρκετά πολιτικά κόμματα από την άκρα  δεξιά έως την αριστερά χαρακτηρίστηκαν παράνομα και καταργήθηκαν από τη χούντα των στρατιωτικών. Διάφορες βιβλιογραφικές πηγές αναφέρουν, ότι, το δικτατορικό καθεστώς Εβρέν συνέλαβε 650.000 πολίτες, εκ των οποίων 230.000 προσήχθησαν σε δίκη, δεκάδες χιλιάδες στάλθηκαν στις φυλακές και τουλάχιστον 500 θανατώθηκαν. Η δικτατορία Εβρέν είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Στο εσωτερικό της Τουρκίας υπήρχαν αριστερά κόμματα που καλόβλεπαν τη συνεργασία με την τότε κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση. Έναν από τους βασικούς λόγους που οι πραξικοπηματίες επικαλέστηκαν για την επιβολή δικτατορίας, ήταν η απειλή του κομμουνιστικού κινδύνου και το ενδεχόμενο ανατροπής του κεμαλικού κατεστημένου από τους κομμουνιστές. Με το φόβητρο του κομμουνιστικού κινδύνου, οι ΗΠΑ με θέρμη υποστήριξαν το δικτατορικό καθεστώς Εβρέν, παραβλέποντας τις μαζικές συλλήψεις και τις θανατώσεις εκατοντάδων πολιτών.

Ωστόσο, η δικτατορία Εβρέν δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για την ανάδειξη του νεο-οθωμανισμού και την περαιτέρω διείσδυση των δυνάμεων που εξέφραζαν το πολιτικό Ισλάμ στην τουρκική κοινωνία. Το δικτατορικό καθεστώς Εβρέν παρέμεινε στην κυβερνητική εξουσία μέχρι τον Δεκέμβριο του 1983, καθότι στη συνέχεια παρέδωσε τα ηνία της εξουσίας στους πολιτικούς. Ο Τουργκούτ Οζάλ (1927-1993) υπήρξε προεξέχουσα προσωπικότητα του δικτατορικού καθεστώτος. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Οζέλ ξεκίνησε την πολιτική του διαδρομή  ως μέλος του κόμματος της Εθνικής Σωτηρίας του Ερμπακάν. Πριν την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, ο Οζάλ ήταν στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Η δικτατορία Εβρέν τον διόρισε  υπουργό παρά τω πρωθυπουργό, υπεύθυνο σε θέματα οικονομίας. Στο συγκεκριμένο υπουργικό πόστο παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο του 1982. Τον Μάιο του 1983, ο Οζάλ ίδρυσε το κόμμα της Μητέρας Πατρίδας, το οποίο ήταν ένα από τα τρία κόμματα, την ίδρυση και τη συμμετοχή του οποίου στις επερχόμενες εκλογές επέτρεψε η δικτατορία.

Ο Οζάλ ήταν ο μεγάλος νικητής στις εκλογές της 24ης Δεκεμβρίου 1983 και της 29ης Νοεμβρίου 1987. Παρέμεινε στο πόστο του πρωθυπουργού για έξι συναπτά έτη. Στις 9 Νοεμβρίου 1989 έγινε Πρόεδρος της Τουρκίας, αξίωμα στο οποίο παρέμεινε έως τον θάνατό του. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρωθυπουργικής θητείας του Οζάλ, ήταν η προσπάθειά του να συμφιλιώσει τον κεμαλισμό με τον ισλαμισμό. Έχοντας τη φήμη του μετριοπαθούς ισλαμιστή, ενθάρρυνε την δημιουργία ισλαμικών σχολείων, διευκόλυνε την είσοδο ισλαμιστών στα πανεπιστήμια και επέτρεψε να διοριστούν αρκετοί ισλαμιστές στο κρατικό μηχανισμό. Η προσήλωσή του στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας και την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον έκανε πολύ συμπαθή στους ηγήτορες του κεμαλικού κατεστημένου. Θεωρείται ιδεολογικός εκφραστής του νέο-οθωμανισμού, με την έννοια ότι επιδίωξε να δημιουργήσει την ιστορική σύνθεση του κεμαλισμού με το πολιτικό Ισλάμ. Ο νέο-οθωμανισμός του Οζάλ  ταυτίστηκε με το μετριοπαθές Ισλάμ. Η νέο-οθωμανική θεωρία και πραχτική του Οζάλ υιοθετήθηκε από τις ΗΠΑ, γιατί διευκόλυνε την διείσδυση του αμερικανικού παράγοντα στον ισλαμικό κόσμο. Το δυτικόφιλο και το εκσυγχρονιστικό ύφος της πρωθυπουργικής του θητείας, τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό σε νεοανερχόμενους επιχειρηματικούς κύκλους, σε διάφορες αστικές ομάδες του πληθυσμού και σε άτομα της διανόησης. Απέναντι στους κούρδους επέδειξε μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα.

Η ιστορική σύνθεση μεταξύ κεμαλισμού και ισλαμισμού, που συστηματικά καλλιεργήθηκε επί πρωθυπουργίας Οζάλ, προσέδωσε νέο αέρα και δυναμική στο κόμμα της Ευημερίας του Νετσμεττίν Ερμπακάν. Στις εκλογές του 1991 το κόμμα Ευημερίας ήλθε τέταρτο με ποσοστό 16,2%. Στις εκλογές της 24ης Δεκεμβρίου 1996, το κόμμα του Ερμπακάν πέτυχε εκκωφαντική νίκη για τα δεδομένα της εποχής εκείνης με ποσοστό 21,8%. Παρότι υπήρξε ο μεγάλος  θριαμβευτής των εκλογών, εντούτοις η κυβέρνηση συνασπισμού σχηματίστηκε από τα κόμματα της Μητέρας Πατρίδας του Μεσούτ Γιλμάζ και του Ορθού Δρόμου της Τανσού Τσιλέρ. Με πρωθυπουργό τον Γιλμάζ και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης την Τσιλέρ, η κυβέρνηση συνασπισμού παρέμεινε μόνο μερικούς μήνες στην εξουσία, καθότι το κυβερνητικό σχήμα κατέρρευσε υπό το βάρος οικονομικών σκανδάλων, που αποδόθηκαν  κυρίως στο κόμμα της Τσιλέρ.

Την 28η Ιουνίου 1996, ο Ερμπακάν ορκίστηκε πρωθυπουργός σε κυβέρνηση συνασπισμού με το κόμμα του Ορθού Δρόμου της Τανσού Τσιλέρ.  Υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός ισλαμικής κυβέρνησης, που με αποφασιστικότητα και σθένος εξέφραζε το πολιτικό Ισλάμ. Η ζωή της κυβέρνησης ήταν βραχύβια. Τα οικονομικά σκάνδαλα που είχαν αποδοθεί στην Τσιλέρ και σε στελέχη του κόμματός της,  προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στην λειτουργία του κυβερνητικού σχηματισμού. Από την άλλη μεριά, η προσπάθεια του Ερμπακάν να διευρύνει τα ερείσματα των ισλαμιστών στην τουρκική κοινωνία και τον κρατικό μηχανισμό, προκάλεσε την αντίδραση του κεμαλικού κατεστημένου. Για πολλοστή φορά, ο Ερμπακάν μπήκε στο στόχαστρο του στρατού και της δικαστικής εξουσίας. Στις 28 Φεβρουαρίου 1997, ο στρατός παρενέβη και έκανε αυστηρότατες συστάσεις στην ισλαμική κυβέρνηση. Το πραξικόπημα αυτό συγκριτικά με τα προηγούμενα ήταν αναίμακτο και επιβλήθηκε χωρίς βία. Γι’ αυτό πολλοί ιστορικοί το ονόμασαν “μεταμοντέρνο πραξικόπημα”.

Μετά την παρέμβαση των ενόπλων δυνάμεων ο Ερμπακάν εξωθήθηκε σε παραίτηση. Τον Ιανουάριο του 1998, το Συνταγματικό Δικαστήριο υπό την καθοδήγηση του στρατού κατάργησε το Κόμμα της Ευημερίας. Στον Ερμπακάν επιβλήθηκε πενταετής ποινή για ανάμειξή του στην πολιτική. Μετά από μερικούς μήνες, ο Ερμπακάν απτόητος προχώρησε στην δημιουργία του κόμματος της Αρετής. Και αυτό το κόμμα, όπως και τα προηγούμενα, δέχτηκε λυσσαλέο πόλεμο από τους κεμαλικούς, για να κριθεί αντισυνταγματικό και να τεθεί τελικά εκτός νόμου το 2001. Μετριοπαθή στελέχη του κόμματος της Αρετής με αρχηγό τον Ταγίπ Ερντογάν, ίδρυσαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ). Ένα νέο Κεφάλαιο άνοιξε στη νεώτερη ιστορία της Τουρκίας. Ένα Κεφάλαιο που  άρρηκτα σχετίζεται με την προσωπικότητα του Ερντογάν. Το μορφωτικό υπόβαθρο του Ερντογάν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στο βιογραφικό του αναφέρεται ότι είναι οικονομολόγος, με σπουδές στη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών του πανεπιστημίου του Μαρμαρά.

Ωστόσο, το ισλαμικό στοιχείο αποτελεί την βασική πλευρά της κουλτούρας του. Ο Ερντογάν είναι πτυχιούχος μιας ιερατικής σχολής στην οποία σπουδάζουν ιμάμηδες. Ουσιαστικά, ο Ερντογάν είναι ιμάμης και άρα βαθύς γνώστης του θρησκευτικού υπόβαθρου των ισλαμικών κινημάτων ανά την υφήλιο. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι ιμάμηδες είναι ιερουργοί του Ισλάμ και διορίζονται από το κράτος. Δηλαδή, οι ιμάμηδες είναι υπάλληλοι του τουρκικού κράτους και ο αριθμός τους εκτιμάται σε 90 χιλιάδες. Η θητεία του Ερντογάν στο πόστο του δημάρχου Κωνσταντινούπολης την 27η Μαρτίου του 1994, ήταν το κεφαλόσκαλο που μετά το 2002 τον οδήγησε στην πρωθυπουργία. Μετά την εκδήλωση του αναίμακτου πραξικοπήματος της 28ης Φεβρουαρίου 1997, ο Ερντογάν σε μεγάλη συγκέντρωση οπαδών του στην Κωνσταντινούπολη τον Δεκέμβριο του 1997, εξαπέλυσε σφοδρότατη επίθεση κατά των πραξικοπηματιών. Σε κάποιο σημείο του εκρηκτικού του λόγου, απάγγειλε στίχους από ποίημα του φονταμενταλιστή ισλαμιστή ποιητή Ζιγιά Γκιοκάλπ. Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο Ερντογάν υποθάλπει το φυλετικό μίσος και υποδαυλίζει τα θρησκευτικά πάθη. Ο Ερντογάν εξαναγκάστηκε το 1998 να παραιτηθεί από το αξίωμα του δημάρχου Κωνσταντινούπολης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση, με παράλληλη αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

Ο πανέξυπνος και μεθοδικότατος Ερντογάν, υιοθετώντας τις ιδεολογικές αρχές και βαδίζοντας στα χνάρια του πνευματικού του πατέρα Νετσμεττίν Ερμπακάν, με μαεστρία θα αποδομήσει το βαθύ κεμαλικό κατεστημένο, με τελική κατάληξη την επιβολή και την εμπέδωση του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Στις εκλογές της 15ης Νοεμβρίου 2002, 9ης Μαρτίου 2003, 22ας Ιουλίου 2007 και της 12ης Ιουνίου 2011, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) θα πετύχει σαρωτικές νίκες,  δίνοντας την δυνατότητα στο κόμμα ΚΔΑ να σχηματίζει αυτοδύναμες κυβερνήσεις και όχι κυβερνήσεις συνασπισμού όπως συνήθως συνέβαινε στο παρελθόν. Δύο γεγονότα ιστορικής σημασίας που σχετίζονται με τις εκλογές της 15ης Νοεμβρίου 2002 κρίνονται άξια μνήμης. Το πρώτο γεγονός είναι ότι στις εκλογές του Νοεμβρίου 2002, τα παραδοσιακά κόμματα εξαφανίστηκαν από τον πολιτικό χάρτη της Τουρκίας. Την περίοδο 1999-2002 τρία ήταν τα κόμματα που συμμετείχαν στον κυβερνητικό συνασπισμό και πιο συγκεκριμένα  το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς με αρχηγό τον Μπουλέντ Ετζεβίτ , το κόμμα της Μητέρας Πατρίδας του Μεσούτ Γιλμάζ και το κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης του Ντεβλέτ Μπαχτσελί. Ο Ετζεβίτ ήταν πρωθυπουργός με αναπληρωτή του τον Γιλμάζ.  Κανένα από αυτά τα κόμματα δεν υπερέβη το 10% που ήταν το όριο εισόδου στη Βουλή. Η διαπίστωση ότι το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς Μπουλέντ Ετζεβίτ έλαβε μόλις 1,22%, καταδεικνύει την λαϊκή οργή και αγανάκτηση του τουρκικού λαού κατά των παραδοσιακών κομμάτων. Ουσιαστικά, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 2002, οι Ετζεβίτ, Γιλμάζ και πολλοί άλλοι πολιτικοί των παραδοσιακών κομμάτων, εξαφανίστηκαν από την πολιτική σκηνή της Τουρκίας.

Το δεύτερο σημαντικό γεγονός είναι ότι μετά το νικηφόρο αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου 2002, πρωθυπουργός της κυβέρνησης στις 18 Νοεμβρίου 2002 ορκίστηκε ο Αμπντουλάχ Γκιουλ (1950-), λόγω νομικού κωλύματος που παρουσίαζε η υποψηφιότητα Ερντογάν. Στις εκλογές της 15ης Νοεμβρίου 2002, ο Ερντογάν δεν πολιτεύτηκε λόγω της καταδίκης που του είχε επιβληθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 1998.  Στις επαναληπτικές εκλογές της 9ης Μαρτίου 2003, το κόμμα ΚΔΑ επανέλαβε τον εκλογικό θρίαμβο του 2002 και ο Ερντογάν ορκίστηκε πρωθυπουργός της κυβέρνησης στις 14 Μαρτίου 2003. Τεράστιας ιστορικής σημασίας ήταν η νίκη του Ερντογάν στις προεδρικές εκλογές της 10ης Αυγούστου 2014, με το εκπληκτικό ποσοστό του 52%. Για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία της Τουρκίας εκλέγεται Πρόεδρος Δημοκρατίας μέσα από εκλογική διαδικασία. Στο παρελθόν όλοι οι Πρόεδροι Δημοκρατίας ήταν διορισμένοι από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή εκλεγμένοι από το Κοινοβούλιο. Το ερώτημα που απασχολεί πολλούς ιστορικούς και πολιτικοοικονομικούς αναλυτές είναι: Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η πρωτοκαθεδρία του κόμματος ΚΔΑ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας μετά το 2002 και η ευρύτατη αποδοχή του Ερντογάν από την πλειοψηφία του τουρκικού λαού; Για την απάντηση του ερωτήματος αυτού έχουν γραφεί χιλιάδες άρθρα, εκατοντάδες διδακτορικές διατριβές και πολλά βιβλία.

Δύο παράγοντες που αξιολογούνται ως καθοριστικής σημασίας για την ταχύτατη άνοδο των εκλογικών ποσοστών του ΚΔΑ και την δεσπόζουσα θέση του Ερντογάν στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας, είναι η εντονότατη κρίση που έπληττε την τουρκική οικονομία κατά την περίοδο 1999-2002 και η σταδιακή ανάδειξη των κοινωνικοοικονομικών δυνάμεων που τελικά συνέβαλαν στην επικράτηση του πολιτικού Ισλάμ. Η δημιουργία του κόμματος ΚΔΑ στις 14 Αυγούστου του 2001 ήταν απαίτηση των καιρών και αποτέλεσμα δραματικών διεργασιών στα ενδότερα της τουρκικής κοινωνίας. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ (Ευρωπαϊκή Ένωση) διαβλέποντας την γρήγορη ισχυροποίηση του πολιτικού Ισλάμ και την νομοτελειακή του πορεία προς την κατάκτηση της κυβερνητικής-κρατικής εξουσίας, στήριξαν ποικιλότροπα τον ίδιο τον Ερντογάν και το νεοσύστατο κόμμα του. Την περίοδο 1998-2002, η επιδείνωση της τουρκικής οικονομίας συντελούταν με ρυθμούς χιονοστιβάδας. Η άνοδος του εξωτερικού χρέους ήταν ταχεία και η κυβέρνηση συνασπισμού του Μπουλέντ Ετζεβίτ αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υπέρμετρες δαπάνες εξυπηρέτησής του.

Την περίοδο 1994-2002 το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας από 66 εκτινάχτηκε σε 130 δις δολάρια ($). Το 2002 οι δαπάνες σε τοκοχρεολύσια για την εξυπηρέτηση του τεράστιου εξωτερικού χρέους ξεπέρασαν τα 15 δις $. Τον Δεκέμβριο  του 1999 η κυβέρνηση Ετζεβίτ προσέφυγε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) λαμβάνοντας οικονομική βοήθεια 5 δις $. Ταυτόχρονα η χώρα μπήκε σε πρόγραμμα τριετούς λιτότητας.  Με σημαντικά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με διογκούμενα ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, με μεγάλες εκροές ξένων κεφαλαίων από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και με αισθητή κάμψη του πραγματικού ΑΕΠ, η Τουρκία εξωθείτο σε χρεοκοπία. Η οικονομική κρίση κορυφώθηκε το 2001, με την μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά -7,5%. Τον Μάρτιο του 2001 η Τουρκία βρήκε καταφύγιο στο ΔΝΤ, έλαβε οικονομική βοήθεια 18 δις $ και ταυτόχρονα  δεσμεύτηκε με νέο πρόγραμμα λιτότητας, αποβλέποντας στην έξοδο από την οικονομική-δημοσιονομική κρίση. Ο λαός προσδοκούσε στη λύτρωσή του από το διεφθαρμένο και αποτυχημένο παλαιοκομματικό καθεστώς. Με λυτρωτή του τον Ταγίπ Ερντογάν.

Από τις εκλογές του Νοεμβρίου 2002 και έως σήμερα, ο Ταγίπ Ερντογάν είναι η  πρωτοκορυφαία πολιτική προσωπικότητα της Τουρκίας. Στην νεώτερη πολιτική ιστορία της Τουρκίας, ο Ερντογάν κατάφερε κάτι το μοναδικό και ανεπανάληπτο. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις έρχεται πρώτο και σχηματίζει αυτοδύναμες μονοκομματικές κυβερνήσεις. Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις με πρωθυπουργό τον Ερντογάν, επέβαλαν και εμπέδωσαν το πολιτικό Ισλάμ στην τουρκική κοινωνία. Παράλληλα, με προσεκτικά και μεθοδικά βήματα, οι κυβερνήσεις Ερντογάν άρχισαν σταδιακά να απονευρώνουν το βαθύ κεμαλικό κράτος. Με έξυπνες και αποτελεσματικές κινήσεις,  πέτυχαν την προοδευτική αποδόμηση των τεσσάρων πυλώνων του κεμαλικού καθεστώτος, δηλαδή του στρατού, του κρατικού μηχανισμού, της δικαιοσύνης και των σωμάτων ασφαλείας.

Παράλληλα, για την προάσπιση των συμφερόντων του ανερχόμενου πολιτικού Ισλάμ, ο Ερντογάν με επιμονή και υπομονή άρχισε να σφυρηλατεί δύο ατσάλινες ασπίδες, την αστυνομία και τους φρουρούς του ισλαμικού καθεστώτος. Το σύστημα Ερντογάν δημιούργησε επίλεκτες μονάδες στην τουρκική αστυνομία. Οι μονάδες αυτές εξοπλίστηκαν με βαρύ και σύγχρονο οπλισμό, με προοπτική να μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το στρατό,  σε περίπτωση εκδήλωσης στρατιωτικού πραξικοπήματος. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις Ερντογάν διόριζαν στον κρατικό μηχανισμό φανατικούς και καλογυμνασμένους ισλαμιστές, οι οποίοι ήταν αφοσιωμένοι στο νεοδημιουργούμενο καθεστώς. Ουσιαστικά, οι ισλαμιστές αυτοί ανέλαβαν το ρόλο των φρουρών του ραγδαία ανερχόμενου πολιτικού Ισλάμ.

Οι κυβερνήσεις Ερντογάν πέτυχαν την σταθεροποίηση και την ανάπτυξη της οικονομίας με αξιοζήλευτους ρυθμούς. Την περίοδο 2002-2007, ο μέσος ετήσιος αναπτυξιακός ρυθμός της τουρκικής οικονομίας προσέγγισε το 7% και ήταν από τους υψηλότερους παγκοσμίως. Η δυναμική της τουρκικής οικονομίας αποτυπώνεται στην στατιστική διαπίστωση, ότι, σε όρους PPS (Purchasing Power Standards) το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) από 489 δις ευρώ (€) το 2002 εκτοξεύτηκε στα 1044 δις € το 2012, με αποτέλεσμα η Τουρκία να συμπεριληφθεί στις “είκοσι μεγάλες οικονομίες” της υφηλίου (Great 20 economies). Ως γνωστόν, στην ομάδα των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου συμπεριλαμβάνονται οι χώρες των οποίων το ΑΕΠ υπερβαίνει τα 1.000 δις €. Οι αξιοσημείωτες εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, από τη μια μεριά, συντελούσαν στην πραγματοποίηση αξιόλογων επενδυτικών έργων, και από την άλλη, αύξαναν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, συμβάλλοντας έτσι στην απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους. Η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 2008-2009 προκάλεσε μικρούς κραδασμούς στο σκάφος της τουρκικής οικονομίας, καθότι το ποσοστό μείωσης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν μόλις -4,9%.  Την περίοδο 2010-2015, η οικονομία της Τουρκίας αναπτυσσόταν με ρυθμό 5,2% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο.

Η επίτευξη αξιοζήλευτων αναπτυξιακών ρυθμών κατά την περίοδο 2002-2015, σε συνθήκες μακροοικονομικής σταθερότητας και συνεχούς αύξησης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, συνέβαλαν στην εδραίωση του καθεστώτος Ερντογάν και την απεικόνιση της προσωπικότητάς του στο ίδιο κάδρο με εκείνης του Κεμάλ Ατατούρκ. Η αποτυχία του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η άρτια εξοπλισμένη αστυνομία του Ερντογάν και οι φρουροί του καθεστώτος, νίκησαν το στρατό και τους εναπομείναντες υπερασπιστές του κεμαλικού κατεστημάνου. Η παταγώδης αποτυχία του έκτου στη σειρά στρατιωτικού πραξικοπήματος, άνοιξε διάπλατες τις πύλες για την οριστική εκρίζωση των θυλάκων του κεμαλικού καθεστώτος. Το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 ήταν βιαιότατο και αιμοσταγές.  Το δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Κενάν Εβρέν κατά την περίοδο 1980-1983, εκτιμάται ότι συνέλαβε 650.000 πολίτες, εκ των οποίων 230.000 προσήχθησαν σε δίκη, δεκάδες χιλιάδες στάλθηκαν στις φυλακές και τουλάχιστον 500 θανατώθηκαν. Πρόσφατα, ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε, ότι, τους επόμενους τρεις μήνες η Τουρκία θα βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η Τουρκία αναμένεται να ζήσει όχι μία αλλά πολλές νύκτες του Αγίου Βαρθολομαίου. Με μαθηματική βεβαιότητα, η χούντα του πολιτικού Ισλάμ, που με μαεστρία και μεθοδικότητα έκτισε ο Ερντογάν, θα ξεπεράσει κατά πολύ τις στατιστικές επιδόσεις της δικτατορίας Εβρέν. Αναμφίβολα, ο Ερντογάν, το πνευματικό παιδί του Ερμπακάν, προβλέπεται ότι θα ξεριζώσει όλους τους θύλακες του κεμαλικού καθεστώτος.

Υ.Γ. Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε σε σειρά πέντε άρθρων μου στην εφημερίδα Kontranews.

 

 

Advertisements
This entry was posted in Γενικά, Ισλαμισμός και Τσιχάντ, Πολιτικό Ισλάμ, Kontranews. Bookmark the permalink.