Το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Νομισματικό Σύστημα στη σκιά του Brexit

Ενόψει του βρετανικού δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου 2016, που οι λαοί της Αγγλίας, της Ουαλίας, της Σκωτίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, θα αποφασίσουν για την “παραμονή” (Bremain) ή την “έξοδο” (Brexit) του Ηνωμένου Βασιλείου (Μ. Βρετανία) στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), θα σχολιάσουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (European Monetary System). Το βάρος της ανάλυσής μας θα πέσει στην χρονική περίοδο που ακολούθησε μετά το 1972. Το 1972 αποτελεί έτος ορόσημο. Μετά το 1972 σηματοδοτήθηκε το πέρασμα του Παγκόσμιου Νομισματικού Συστήματος (World Monetary System) από το καθεστώς Bretton Woods στην εποχή των “κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών” (floating exchange rate regime). Το βασικό χαρακτηριστικό του νομισματικού συστήματος Bretton Woods ήταν η επικράτηση των “σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών” (fixed exchange rate regime) από το 1945 και έως το 1972. Στα πλαίσια του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος λειτουργεί και το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (European Monetary System). Η πορεία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ) από το 1972 έως σήμερα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ο σχολιασμός της πορείας αυτής, θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις επιδράσεις του Brexit ή του Bremain στην λειτουργία του βρετανικού, του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος.
Το διεθνές νομισματικό σύστημα Bretton Woods άρχισε να απειλείται με κατάρρευση προς το τέλος της δεκαετίας του 1960. Την περίοδο 1968-1972, επίκεντρο των κερδοσκοπικών παιγνίων στον ευρωπαϊκό χώρο ήταν η δημοφιλής χρηματαγορά του Λονδίνου. Το Μάρτιο του 1972 οι έξι χώρες της ΕΟΚ, δηλαδή η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, αποφάσισαν να περιορίσουν το περιθώριο διακύμανσης της διμερούς συναλλαγματικής ισοτιμίας των εθνικών τους νομισμάτων σε ±2,25%. Η από κοινού διακύμανση των έξι ευρωπαϊκών νομισμάτων -γερμανικό μάρκο, γαλλικό φράγκο, ιταλική λιρέτα, ολλανδικό φιορίνι, βελγικό φράγκο και φράγκο Λουξεμβούργου)- έναντι του αμερικανικού δολαρίου ορίστηκε σε ±4,45%. Στις 24 Απριλίου του 1972, τα έξι κράτη της ΕΟΚ, από κοινού με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία και την Ιρλανδία, συναποφάσισαν την η διαμόρφωση δημιουργία του νομισματικού συστήματος “φίδι στο τούνελ” (snake in the tunnel) ή “Ευρωπαϊκό φίδι” (European snake). Το Μάρτιο του 1973 στο “Ευρωπαϊκό φίδι” προστέθηκαν δύο σκανδιναβικές χώρες, η Νορβηγία και η Σουηδία. Στα πλαίσια του νομισματικού καθεστώτος “Ευρωπαϊκό φίδι” θεσπίστηκαν οι κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες, που από τις αρχές του 1972 και μέχρι τις μέρες μας αποτελούν την κεντρική συνιστώσα του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι το “Ευρωπαϊκό φίδι”, υπήρξε προάγγελος όχι μόνο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), αλλά και του Παγκόσμιου Νομισματικού Συστήματος.
Το Μάρτιο του 1979 η ΕΟΚ ανακοίνωσε την ίδρυση του ΕΝΣ. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ΕΝΣ, όπως αυτά θεσμοθετήθηκαν το 1979 ήταν: 1) Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Μονάδας (European Currency Unit), με συναλλαγματική ισοτιμία έναντι του δολαρίου ίση με τη μονάδα. Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (ΕΝΜ) διαδέχτηκε την Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα (European Unit of Account) που είχε υιοθετηθεί το 1969. Την περίοδο 1969-1971 μια Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα ισοδυναμούσε με ένα αμερικανικό δολάριο. 2) Η υιοθέτηση του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ). Ο μηχανισμός αυτός είναι γνωστός στη διεθνή βιβλιογραφία με τον όρο ΜΣΙ-Ι, δηλαδή πρώτος ΜΣΙ. Σύμφωνα με το ΜΣΙ-Ι το νόμισμα μιας χώρας μπορεί να διακυμαίνεται έναντι των άλλων ξένων νομισμάτων εντός του εύρους ±2,25%. Στις περιπτώσεις της στερλίνας, της ιταλικής λιρέτας και της ισπανικής πεσέτας, το περιθώριο διακύμανσης ορίστηκε σε ±6%. Και 3) Η προαγωγή της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Ταμείου Νομισματικής Συνεργασίας (ΕΤΝΣ). Το ΕΤΝΣ συνεργάζεται στενά με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements) και στις άμεσες προτεραιότητές του είναι η χορήγηση βραχυπρόθεσμου δανεισμού σε χώρες της ΕΟΚ για την χρηματοδότηση ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών τους συναλλαγών. Η κεντρική επιδίωξη του ΕΝΣ ήταν η επίτευξη συνθηκών νομισματικής σταθερότητας στον ευρωπαϊκό χώρο και η ομαλή μετάβαση της ΕΟΚ στο στάδιο της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης.

Το ΕΝΣ συνέβαλε σημαντικά στην πρόσω της τότε ΕΟΚ, της μετέπειτα Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), προς την επίτευξη του μεγαλεπήβολου στόχου της ίδρυσης της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) το 1999. Την περίοδο 1979-1998, το ΕΝΣ ανταποκρίθηκε πολύ ικανοποιητικά στην καταιγίδα της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης της περιόδου 1979-1982, στην σφοδρή χρηματοπιστωτική κρίση του 1992 που έπληξε κυρίως τη Μ. Βρετανία και στον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό τυφώνα της περιόδου 1997-1998 που ξεκίνησε από την νοτιοανατολική Ασία και ταχύτατα επεκτάθηκε ανά την υφήλιο. Οι μηχανισμοί του ΕΝΣ δοκιμάστηκαν και ισχυροποιήθηκαν από τις κρίσεις αυτές, προετοιμάζοντας το έδαφος για την δημιουργία της ΟΝΕ. Πράγματι, την 1η Ιανουαρίου του 1999 η κυκλοφορία του ευρώ σήμανε την έναρξη λειτουργίας της ΟΝΕ, της μεγαλύτερης οικονομικής ενοποίησης του κόσμου. Αρχικά η ΟΝΕ αποτελείτο από 11 χώρες, για να προστεθεί αργότερα την 1η Ιανουαρίου του 2002 και η Ελλάδα. Την περίοδο 1.1.1999- 31.12.2001, το ευρώ ήταν εικονικό (άυλο) νόμισμα, συνιστούσε μέσον πληρωμής για ηλεκτρονικές και άλλου είδους λογιστικές συναλλαγές και αποτελούσε μέρος των συναλλαγματικών διαθεσίμων των κεντρικών τραπεζών. Την 1η Ιανουαρίου του 2002 το ευρώ τέθηκε σε κυκλοφορία και έγινε το επίσημο νόμισμα της ΟΝΕ (Ευρωζώνης). Το ευρώ αντικατέστησε την δραχμή και τα υπόλοιπα νομίσματα των 12 χωρών, που την 1η Ιανουαρίου του 2002 συναποτέλεσαν την Ευρωζώνη.
Στο μεταξύ με την κυκλοφορία του ευρώ τον Ιανουάριο του 1999, ο ΜΣΙ-Ι αντικαταστάθηκε από τον ΜΣΙ-ΙΙ. Με κριτήριο τον τρόπο λειτουργίας του ΜΣΙ-ΙΙ, τα εθνικά νομίσματα των κρατών μελών της ΕΕ έχουν περιθώριο διακύμανσης έναντι του ευρώ της τάξης του ±15%. Η συμμετοχή του εθνικού νομίσματος μιας χώρας μέλους της ΕΕ στον ΜΣΙ-ΙΙ είναι προαιρετική. Εντούτοις, η είσοδος μιας χώρας της ΕΕ στην ΟΝΕ, προϋποθέτει την σύνδεση του εθνικού της νομίσματος επί δύο συνεχή χρόνια με τον ΜΣΙ-ΙΙ. Για παράδειγμα, η δραχμή συμμετείχε στον ΜΣΙ-ΙΙ με κεντρική ισοτιμία έναντι του ευρώ 353,1 (1 ευρώ=353,1 δραχμές). Λαμβάνοντας υπόψη το εύρος ±15%, το ανώτατο και το κατώτατο όριο διακύμανσης είχαν διαμορφωθεί σε 406,1 και 300,1 δραχμές ανά ευρώ. Στις 17.1.2000 κλείδωσε η κεντρική ισοτιμία των 340,75 (1 ευρώ=340,75 δραχμές), με την οποία η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη την 1η Ιανουαρίου του 2002.
Εμφανές είναι ότι η είσοδος μιας χώρας της ΕΕ στην Ευρωζώνη, συνεπάγεται την αυτόματη έξοδό της από τον ΜΣΙ-ΙΙ. Ο ΜΣΙ-ΙΙ εξακολουθεί να ισχύει για όσες χώρες της ΕΕ δεν συμμετέχουν στην Ευρωζώνη. Ως γνωστόν, από τις 28 χώρες που αποτελούν σήμερα την ΕΕ στην ΟΝΕ συμμετέχουν 19, που σημαίνει ότι 9 χώρες βρίσκονται στον προθάλαμο της ΟΝΕ. Η είσοδος των εννέα χωρών στην ΟΝΕ προϋποθέτει την διετή σύνδεση των νομισμάτων τους με τον ΜΣΙ-ΙΙ. Αξιομνημόνευτο είναι ότι στο παρελθόν η Μ. Βρετανία και η Σουηδία αρνήθηκαν την σύνδεση της στερλίνας και της κορόνας με τον ΜΣΙ-ΙΙ, υποδηλώνοντας έτσι την αντίθεση των χωρών αυτών να συμμετάσχουν στην ΟΝΕ. Γιατί η Μ. Βρετανία εναντιώθηκε να συνδεθεί η στερλίνα με τον ΜΣΙ-ΙΙ; Η απάντηση σε αυτό το καίριο ερώτημα βρίσκεται στα αίτια που προκάλεσαν την έξοδο της Μ. Βρετανίας το Σεπτέμβριο του 1992 από τον ΜΣΙ-Ι. Μιας ταραχώδους φάσης, η οποία δεν αποκλείεται να επαναληφθεί τις επόμενες μέρες, που θα ακολουθήσουν του βρετανικού δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου του 2016.

Βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 1990 που επίκειται η ενοποίηση των δύο Γερμανιών, της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας. Η 3η Οκτωβρίου του 1990 υπήρξε ημερομηνία ορόσημο για τα ευρωπαϊκά και τα διεθνή δρώμενα, γιατί πραγματοποιήθηκε η προσχώρηση της Ανατολικής Γερμανίας στην Δυτική, συντελώντας έτσι στην ίδρυση του ενιαίου γερμανικού κράτους. Την επόμενη μέρα της δημιουργίας της ενιαίας Γερμανίας, το γερμανικό μάρκο άρχισε να ανατιμάται στις διεθνείς χρηματαγορές. Την εποχή εκείνη το μάρκο ήταν το επίσημο νόμισμα της μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωπαϊκής ηπείρου και από άποψης ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της τρίτης ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το 1990 το ονοματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ ανερχόταν σε 6.539 δις δολάρια ($) και ακολουθούσαν η Ιαπωνία με 3.853 δις $, η Γερμανία με 2.123 δις $, η Γαλλία με 1.404 δις $, η Ιταλία με 1.316 δις $, η Μ. Βρετανία με 1.180 δις $, η Κίνα με 425 δις $, κ.λπ.
Όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια του πρώτου ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ-Ι), το περιθώριο διακύμανσης του μάρκου και των υπόλοιπων νομισμάτων των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) έναντι του ECU (European Currency Unit-Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα) ήταν ±15%. Η έξαρση του πληθωρισμού στη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία μετά το 1990, η είσοδος της βρετανικής οικονομίας σε φάση ύφεσης και γενικότερα η εμφάνιση σοβαρών μακροοικονομικών ανισορροπιών αμέσως μετά την γερμανική ενοποίηση, αποτέλεσαν τους αιτιώδεις παράγοντες, που προκάλεσαν εντονότατα κερδοσκοπικά φαινόμενα στην ευρωπαϊκή αγορά συναλλάγματος. Την περίοδο εκείνη διάσημοι κερδοσκόποι σαν τον George Soros, ακολούθησαν μια επιθετική κερδοσκοπική πολιτική κατά της στερλίνας, που συνετέλεσε στην κατάρρευση του νομισματικού συστήματος της Μ. Βρετανίας. Ο Soros και αρκετοί άλλοι δυνατοί παίκτες της διεθνούς κερδοσκοπίας, άρχισαν να τζογάρουν πολλά δις συναλλάγματος στην υποτίμηση της στερλίνας. Έχοντας άριστη πληροφόρηση ότι τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Μ. Βρετανίας ήταν περιορισμένα και ιδίως τα αποθέματα της Τράπεζας της Αγγλίας σε γερμανικά μάρκα ανέρχονταν σε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια, άρχισαν να πουλάνε μαζικά ξένο σκληρό συνάλλαγμα (δολάρια, γιεν, στερλίνες, κ.ά.) αξίας πολλών δις και να ζητούν (να αγοράζουν) γερμανικά μάρκα.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο Soros και οι υπόλοιποι γύπες της παγκόσμιας κερδοσκοπίας, προέβαιναν στη σύναψη δανείων με διάφορες τράπεζες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και με τα δάνεια αυτά προέβαιναν σε μαζικές αγορές μάρκων. Οι αγορές αυτές ήταν πολλαπλάσιες των συναλλαγματικών διαθεσίμων της Τράπεζας της Αγγλίας. Με χαρτοφυλάκιο αρκετών δις μάρκων, ο Soros και οι υπόλοιποι κερδοσκόποι, ξεκίνησαν μετωπική επίθεση κατά της βρετανικής στερλίνας. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 1992 άρχισαν να πουλάνε στερλίνες και να αγοράζουν γερμανικά μάρκα. Οι αγοραπωλησίες τους ανέρχονταν σε πολλά δις μάρκων και στερλινών. Η Μ. Βρετανία έγινε έρμαιο των πανίσχυρων κερδοσκόπων. Η κατάρρευση του τραπεζικοπιστωτικού της συστήματος ήταν αναπόφευκτη. Η Τράπεζα της Αγγλίας δεν διέθετε τα δεκάδες δις γερμανικών μάρκων που απαιτούντο για τη στήριξη της στερλίνας. Ουσιαστικά η Τράπεζα της Αγγλίας εξωθείτο σε στάση πληρωμών. Τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα ήταν μηδαμινά μπροστά στο βουνό των δις μάρκων που ζητούσαν οι κερδοσκόποι.
Η βρετανική οικονομία υπέστη πανωλεθρία. Οι κερδοσκόποι αποκόμισαν κέρδη περί των 7 δις δολαρίων, τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1992 η Τράπεζα της Αγγλίας κατέρρευσε και μαζί της συμπαρασύρθηκε το σύνολο του βρετανικού τραπεζικοπιστωτικού συστήματος. Η 16η Σεπτεμβρίου του 1992 στιγματίστηκε με την ονομασία “Μαύρη Πέμπτη”. Οι φήμες της εποχής εκείνης που ουδέποτε διαψεύστηκαν, έλεγαν ότι ο Soros αποκόμισε κέρδη άνω του ενός δις $ από την κερδοσκοπία κατά της στερλίνας. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Μ. Βρετανίας εκτιμώνται σήμερα σε 110 δις $. Ο Soros και οι υπόλοιποι κερδοσκόποι έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους όχι δις αλλά τρις δολαρίων. Οι κόρακες της παγκόσμιας κερδοσκοπίας καραδοκούν. Σήμερα 23 Ιουνίου του 2016, διεξάγεται το κρίσιμο δημοψήφισμα και οι βρετανοί θα αποφασίσουν για Brexit ή Bremain. Λέτε το κερδοσκοπικό σκηνικό του 1992 να επαναληφθεί το 2016;

Advertisements
This entry was posted in Γενικά, Διεθνής Οικονομία, Kontranews. Bookmark the permalink.