Παγκόσμιες Οικονομικές Κρίσεις

Οι αναταραχές που παρατηρούνται από τον Μάιο του 2015 στις διεθνείς χρηματαγορές, θέτουν επί τάπητος το ενδεχόμενο μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αντίστοιχης ή ακόμα και χειρότερης εκείνων των περιόδων 1929-1933 και 2007-2009. Η εκδήλωση παγκόσμιου κραχ θεωρείται πλέον πολύ πιθανό ενδεχόμενο, καθότι η καθίζηση της κινεζικής χρηματιστηριακής αγοράς από τις αρχές του καλοκαιριού του 2015, προκαλεί σοβαρούς κλυδωνισμούς σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου. Αξιοσημείωτο είναι ότι από τις αρχές του 2016 και έως σήμερα που γράφουμε το παρόν άρθρο (τέλος Φεβρουαρίου 2016), όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου έχουν απολέσει το -20% της κεφαλαιακής τους αξίας, που μεταφράζεται σχεδόν σε 10 τρις δολάρια (ή 10.000 δις $). Παράλληλα, οι εκροές ξένων κεφαλαίων από την κινεζική οικονομία εκατοντάδων δις $, αποσταθεροποιεί όχι μόνο το κινεζικό αλλά και το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Κατά τη διάρκεια του 2015 οι εκροές ξένων κεφαλαίων από την Κίνα ανήλθαν σε 1.000 δις $. Εκροές που με αμείωτη ένταση συνεχίζονται και το 2016. Το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και γι’ αυτό θα το διερευνήσουμε σε βάθος. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις, προκαλούν σοβαρά αποσταθεροποιητικά φαινόμενα σε χώρες σαν την Ελλάδα, των οποίων τα Δημόσια Οικονομικά βρίσκονται σε άθλια χάλια και ειδικότερα το δημόσιο χρέος τους κυμαίνεται σε δυσθεώρητα επίπεδα.
Η αποδυνάμωση των ρυθμών ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας, η πολιτικοοικονομική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η έξαρση της κερδοσκοπίας στις διεθνείς χρηματαγορές, κ.λπ., φέρνουν στη σκέψη μας τις αποκρουστικές μνήμες από τη Μεγάλη Ύφεση (the Great Depression) των ετών 1929 έως1933 και την δραματική διεθνή οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009. Το παρόν δοκίμιο αποσκοπεί στην εξαγωγή χρήσιμων ιστορικών διδαγμάτων από τις παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις των περιόδων 2007-2009 και 1929-1933. Με απώτερη επιδίωξη η ανάλυσή μας να είναι όσο το δυνατόν πιο ευκρινής και κατατοπιστική, θα επιχειρηθεί η απάντηση των ακόλουθων ερωτημάτων: 1)Ποιοι παράγοντες προκάλεσαν την τρομακτική κρίση της περιόδου 1929- 1933 και ποιες ήταν οι επιπτώσεις της στις διάφορες χώρες της παγκόσμιας οικονομίας; 2) Με ποια μέτρα οικονομικής πολιτικής οι κυβερνήσεις των διαφόρων χωρών κατάφεραν να τιθασεύσουν τα οικονομικά τους συστήματα, ώστε από τη φάση της ύφεσης να εισέλθουν στη φάση της ανάκαμψης μετά το 1933; 3) Ποια είναι τα κοινά χαρακτηριστικά και ποιες οι διαφορές μεταξύ της Μεγάλης Ύφεσης 1929-1933 και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης της περιόδου 2007-2009; 4) Τι μέτρα οικονομικής πολιτικής απαιτούνται για την επάνοδο της παγκόσμιας οικονομίας στους υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς της περιόδου 1991-2007; 5) Πόσες πιθανότητες συγκεντρώνει το ενδεχόμενο έκρηξης ενός παγκόσμιου κραχ εντός του 2016;
Στην ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος και πιο συγκεκριμένα από τα μέσα του 18ου αιώνα και μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί συνολικά 34 διεθνείς οικονομικές κρίσεις ήπιας ή έντονης έντασης. Οι πιο οικτρές κρίσεις θεωρούνται εκείνες των περιόδων 1873-1879, 1929-1933 και 2007-2009. Αξιολογούνται ως οι μόνες οικονομικές κρίσεις που αποκαλούνται με τον όρο Μεγάλη Ύφεση. Ωστόσο, αρκετοί μελετητές θεωρούν ότι η Μεγάλη Ύφεση της περιόδου 1929-1933, χαρακτηρίζεται ως η σφοδρότερη όλων των εποχών, καθώς η επιδείνωση που είχαν παρουσιάσει οι κύριοι μακροοικονομικοί δείκτες πολλών χωρών, ήταν εντυπωσιακή και πρωτόγνωρη στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ΗΠΑ από το τέλος του 19ου αιώνα έχουν την πρωτοκαθεδρία στη διεθνή σκηνή, αναπόφευκτο είναι οι διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, να προσδιορίζονται από τις εξελίξεις της αμερικανικής οικονομίας. Γι’ αυτό, η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 1929-1933 είχε ως αρχικό σημείο έκρηξης τις ΗΠΑ και στη συνέχεια έπληξε τις υπόλοιπες χώρες.
Η αμερικανική οικονομία μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1921-1929 αναπτυσσόταν με μέσους ετήσιους ρυθμούς γύρω στο 4,8%. Οι ρυθμοί αυτοί ήταν από τους υψηλότερους μεταξύ των προηγμένων χωρών της εποχής εκείνης. Το 1929 το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) των ΗΠΑ σε σταθερές τιμές (έτος βάσης 1990) διαμορφώθηκε σε 844 δισεκατομμύρια δολάρια και αποτελούσε περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο γενικός δείκτης Dow Jones από τις 65 μονάδες τον Αύγουστο του 1921 εκτινάχθηκε στις 381 μονάδες τον Αύγουστο του 1929, ακολουθώντας δηλαδή την ανοδική πορεία της αμερικανικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της περιόδου 1921 – 1929. Το καλοκαίρι του 1929 συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα τα οποία προκάλεσαν την ώθηση της αμερικανικής οικονομίας από τη φάση της ανάκαμψης στη φάση της κάμψης. Το πρώτο γεγονός αφορούσε τον κατασκευαστικό τομέα της αμερικανικής οικονομίας, ο οποίος μετά από μία περίοδο έντονης δραστηριότητας που διήρκεσε την περίοδο 1922 – 1928, άρχισε από τις αρχές του 1929 να εισέρχεται σε φάση αποδυνάμωσης και ελάττωσης της επενδυτικής δαπάνης σε κατοικίες, κτηριακές εγκαταστάσεις στη βιομηχανία, κ.ά. Η ύφεση που εκδηλώθηκε το καλοκαίρι του 1929 στον κλάδο των κατασκευών, είχε ως άμεσο αντίκτυπο οι μετοχές των εισηγμένων επιχειρήσεων του κλάδου στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης να χάσουν μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλώντας έτσι συνθήκες αβεβαιότητας ως προς τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας και την καλλιέργεια κλίματος επιθετικής κερδοσκοπίας στη Wall Street.
Το δεύτερο γεγονός σχετιζόταν με τη μέθοδο άσκησης της νομισματικής πολιτικής. Ειδικότερα, η Κεντρική Τράπεζα την ΗΠΑ, γνωστή με το όνομα Federal Reserve ή Fed, από τις αρχές του 1928 υιοθέτησε μία πολιτική αύξησης του προεξοφλητικού επιτοκίου (discount rate), με απώτερη επιδίωξη την καταστολή των κερδοσκοπικών παιγνίων στη Wall Street και τη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Ως γνωστόν, το επίπεδο του προεξοφλητικού επιτοκίου ρυθμίζεται από την Κεντρική Τράπεζα και αποτελεί το επιτόκιο βάσει του οποίου οι εμπορικές τράπεζες δανείζονται κεφάλαια από την Κεντρική Τράπεζα. Συνεπώς, οι διακυμάνσεις του προεξοφλητικού επιτοκίου επηρεάζουν άμεσα όλες τις κατηγορίες επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, με επακόλουθο το επίπεδο του προεξοφλητικού επιτοκίου να προσδιορίζει σε σημαντικό βαθμό τη νομισματική ρευστότητα στην οικονομία. Κατά τη διάρκεια του 1928, η Fed αύξησε το προεξοφλητικό επιτόκιο από 4% σε 5%. Το Σεπτέμβριο του 1929, η Fed προέβη σε νέα αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου από 5% σε 6%.
Η ανοδική τάση του προεξοφλητικού επιτοκίου, προκάλεσε την ελάττωση της προσφοράς χρήματος και την ανύψωση των επιτοκίων χορηγήσεων, με αποτέλεσμα τη μείωση της επενδυτικής δαπάνης στην αμερικανική οικονομία. Η χαλάρωση της επενδυτικής δραστηριότητας προξένησε στη συνέχεια την εξασθένηση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ρίχνοντας την αμερικανική οικονομία από το Σεπτέμβριο του 1929 σε φάση ύφεσης. Η διαμόρφωση αρνητικού κλίματος στην οικονομία των ΗΠΑ, σε συνθήκες κάμψης της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας και μείωσης της νομισματικής ρευστότητας στην οικονομία, συνέβαλαν στην εμφάνιση αρνητικών προσδοκιών και την εκδήλωση έντονων κερδοσκοπικών τάσεων στη Wall Street. Ο γενικός δείκτης Dow Jones από τις 381 μονάδες το Σεπτέμβριο του 1929 κατρακύλησε στις 199 μονάδες την 24η Οκτωβρίου 1929. Η 24η Οκτωβρίου 1929 ονομάστηκε Μαύρη Πέμπτη, καθώς τη συγκεκριμένη μέρα ο γενικός δείκτης απώλεσε περίπου το 15% της αξίας του. Αρκετοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο Μαύρος Οκτώβριος, δοθέντος ότι τον Οκτώβριο του 1929 ο γενικός δείκτης Dow Jones έχασε το 33% της συνολικής του αξίας. Οι αρνητικές εξελίξεις στην αμερικανική οικονομία ήταν αλυσιδωτές. Τα νοικοκυριά χάνοντας την εμπιστοσύνη τους στο πιστωτικό σύστημα, άρχισαν μαζικά να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις τράπεζες και οι δανειολήπτες, αδυνατώντας να αποπληρώσουν τα τραπεζικά τους χρέη, υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική πτώχευση, με δυσάρεστο επακόλουθο την περίοδο 1930-1933 στις ΗΠΑ να κλείσουν 2.274 τράπεζες.

Η διαπίστωση ότι το Μάρτιο του 1933 ο απόλυτος αριθμός των ανέργων στις ΗΠΑ ανήλθε σε 12.800.000 άτομα αποτυπώνει τις τρομερές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης της περιόδου 1929-1933. Αν ληφθούν ως μέτρο σύγκρισης οι οικονομικές υφέσεις των περιόδων 1973-1975 και 1979-1982, παρατηρούμε ότι η συρρίκνωση του πραγματικού ΑΕΠ και η αύξηση του ποσοστού ανεργίας υπήρξαν ήπιες σε σχέση με το κραχ της περιόδου 1929-1933. Την περίοδο 1973-1975, το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ μειώθηκε συνολικά -1,4% και το ποσοστό ανεργίας από 4,9% αυξήθηκε σε 8,5%. Κατά την περίοδο της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης 1979-1982 , η σωρευτική ελάττωση του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ διαμορφώθηκε σε -1% και το ποσοστό ανεργίας από 6,8% ανήλθε σε 9,7%. Πασιφανές είναι ότι οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις της διεθνούς οικονομίας των περιόδων 1973-1975 και 1979-1982, υπήρξαν πολύ ήπιες συγκριτικά με το κραχ της περιόδου 1929-1933.
Η κρίση που έπληξε το Σεπτέμβριο του 1929 το χρηματοπιστωτικό σύστημα της αμερικανικής οικονομίας, με ταχύτητα φωτός από τα κανάλια του χρηματιστηρίου της Wall Street και των τραπεζών, πέρασε στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της διεθνούς οικονομίας. Δοθέντος ότι ορισμένες χώρες με ισχυρή παρουσία στα δρώμενα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, όπως η Μ. Βρετανία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, κ.ά., το 1929 αντιμετώπιζαν σοβαρά μακροοικονομικά προβλήματα, αναπόφευκτο ήταν οι εγχώριες οικονομίες τους να πληγούν καίρια από την αμερικανική καταιγίδα. Η Γερμανία ήταν η χώρα που υπέστη δεινό πλήγμα από την κρίση, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζεται στο ποσοστό ανεργίας που ξεπέρασε το 30%. Η πολιτική αστάθεια που προκλήθηκε λόγω της Μεγάλης Ύφεσης αποτέλεσε τον αιτιώδη παράγοντα, ώστε στη Γερμανία και την Ιταλία να γραπωθούν στην εξουσία τα φασιστικά κόμματα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, τα οποία έριξαν την ανθρωπότητα την περίοδο 1939-1945 στην πύρινη λάβα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την περίοδο 1929-1933 η Βρετανική οικονομία δέχτηκε σχετικά περιορισμένο κτύπημα από την κρίση, καθώς το πραγματικό ΑΕΠ σημείωσε συνολική μείωση -2,3% και το ποσοστό ανεργίας από 4% αυξήθηκε σε 10%.
Το ερώτημα το οποίο έχει απασχολήσει αρκετούς ερευνητές είναι: Γιατί η οικονομική κρίση της περιόδου 1929-1933 προσέλαβε τόσο μεγάλες διαστάσεις; Την εποχή εκείνη υπήρχαν χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες από τα μέσα του 18ου αιώνα και μέχρι το 1929, ουδέποτε είχαν έλθει αντιμέτωπες με το φάσμα μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης. Ένας παράγοντας ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις ανεξέλεγκτες διαστάσεις της κρίσης, ήταν ότι το διεθνές νομισματικό σύστημα την κρίσιμη περίοδο 1925-1929, στηρίζονταν στο σύστημα του κανόνα χρυσού (the gold standard system). Την περίοδο εκείνη τα διάφορα νομίσματα είχαν μία σταθερή ισοτιμία έναντι του χρυσού και με βάση την ισοτιμία αυτή διαμορφωνόταν η μεταξύ τους συναλλαγματική ισοτιμία. Για παράδειγμα, την περίοδο 1925-1929 η ισοτιμία του δολαρίου και της αγγλικής λίρας έναντι του χρυσού ήταν 20,67 δολάρια και 4,25 λίρες ανά ουγκιά χρυσού, με αποτέλεσμα η συναλλαγματική ισοτιμία λίρας-δολαρίου να διαμορφώνεται σε 4,87(=20,67/4,25) και άρα μία αγγλική λίρα να ανταλλάσσεται με 4,87 δολάρια. Συνεπώς, το σύστημα του κανόνα χρυσού αντιπροσώπευε ένα καθεστώς σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών (fixed exchange rate regime), με επακόλουθο οι εμπορικές ανταλλαγές ανάμεσα στις χώρες της διεθνούς οικονομίας να πραγματοποιούνται σε προκαθορισμένες ισοτιμίες. Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, το ξεπερασμένο από τη δυναμική των γεγονότων σύστημα του “κανόνα χρυσού”, αποτέλεσε βασικότατο αίτιο που μετά τον Σεπτέμβριο του 1929 ο χείμαρρος της κρίσης μετατράπηκε σε ορμητικό ποτάμι.
Το σύστημα του κανόνα χρυσού συνετέλεσε όχι μόνο στην εκδήλωση της οικονομικής κρίσης το Σεπτέμβριο του 1929, αλλά και στη διαμόρφωση του μηχανισμού βάσει του οποίου η κρίση πήρε πελώριες προεκτάσεις. Το συγκεκριμένο νομισματικό σύστημα συνέβαλε στην ενθάρρυνση κερδοσκοπικών φαινομένων κατά του δολαρίου, της αγγλικής λίρας, του γαλλικού φράγκου, του γερμανικού μάρκου και των υπόλοιπων ισχυρών νομισμάτων της εποχής εκείνης. Χώρες με σημαντικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών π.χ. ΗΠΑ και Γαλλία, είχαν σημαντικό πλεονέκτημα, έναντι χωρών όπως η Μεγάλη Βρετανία με αξιόλογα ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Λόγω του ισχύοντος νομισματικού συστήματος των σταθερών ισοτιμιών, η Μεγάλη Βρετανία και οι άλλες χώρες με ελλειμματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, δεν είχαν τη δυνατότητα με την υποτίμηση του εθνικού τους νομίσματος, να βελτιώσουν την αρνητική θέση των ισοζυγίων πληρωμών. Παράλληλα, οι χώρες με τα πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, είχαν την ευχέρεια να συγκεντρώνουν ξένα νομίσματα στα συναλλαγματικά τους διαθέσιμα, προκαλώντας κατ’ αυτό τον τρόπο σοβαρά προβλήματα ανισορροπίας στη λειτουργία του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1928-1929, τα φαινόμενα διατάραξης του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος ήταν πολύ έντονα, λόγω της εκτεταμένης κερδοσκοπίας κατά της αγγλικής λίρας, του δολαρίου και άλλων ξένων νομισμάτων, κερδοσκοπία που συνέβαλε άμεσα στην επιδείνωση του ήδη αρνητικού κλίματος στην Wall Street.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο John M. Keynes (1883-1946) στο βιβλίο του “A Tract on Monetary Reform” (1933), είχε υποστηρίξει ότι το σύστημα του κανόνα χρυσού, θα έπρεπε να είχε εγκαταλειφθεί μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου το 1918 και να αντικατασταθεί με ένα ελεγχόμενο σύστημα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών (managed floating exchange rate system). Ο Keynes ως βαθύς γνώστης της οικονομικής ιστορίας, φαίνεται πως είχε διαπιστώσει ότι το σύστημα του κανόνα χρυσού, είχε συνδράμει στη μεγέθυνση των οικονομικών επιπτώσεων κατά τη διάρκεια της μεγάλης ύφεσης μεταξύ των ετών 1873 και 1879. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της προβλεπτικότητας του Keynes και να διαπιστωθεί γιατί αυτός ο κορυφαίος των κορυφαίων οικονομολόγος προηγήθηκε της εποχής του, αρκεί να αναφερθεί ότι το σύστημα των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, υιοθετήθηκε στα πλαίσια του διεθνούς νομισματικού συστήματος μετά το 1972. Το πόσο επιζήμιο ήταν το σύστημα του κανόνα χρυσού στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, διαπιστούται από το γεγονός ότι όσες χώρες εγκατέλειψαν το σύστημα αυτό μετά το 1930, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία, κ.ά., κατάφεραν σε σύντομο χρονικό διάστημα να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες τους και στη συνέχεια με την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής να εισέλθουν στη φάση της ανάκαμψης. Η Ελλάδα μετά την χρεοκοπία του 1932, εγκατέλειψε το καθεστώς του κανόνα χρυσού.
Ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στις δραματικές διαστάσεις της οικονομικής ύφεσης 1929-1933, ήταν ότι το 1929 δεν υπήρχε στενή συνεργασία μεταξύ των Κεντρικών Τραπεζών και κυρίως πνεύμα αλληλεγγύης ανάμεσα στις χώρες που δέσποζαν στη διεθνή σκηνή. Η έλλειψη συστηματικής συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και των υπόλοιπων σημαντικών χωρών της εποχής εκείνης, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους αιτιώδεις παράγοντες, που η κρίση ξέφυγε από τις ΗΠΑ και με τόση σφοδρότητα κτύπησε τις περισσότερες χώρες της παγκόσμιας οικονομίας. Άλλος αξιοσημείωτος παράγοντας που συνέβαλε τα μέγιστα στην ταχεία εξάπλωση της κρίσης, ήταν η υιοθέτηση μέτρων προστατευτικής πολιτικής από τις ΗΠΑ. Ειδικότερα, το 1930 οι ΗΠΑ ψήφισαν τον νόμο Smoot-Hawley Tariff Act, με τον οποίο επέβαλαν υψηλούς δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα, έχοντας ως κεντρικό στόχο την υποκατάσταση των εισαγωγών με εγχώρια παραγόμενα προϊόντα, ώστε να τονωθεί η εσωτερική οικονομική δραστηριότητα. Δυστυχώς, η προστατευτική πολιτική των ΗΠΑ υπήρξε ζημιογόνα για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ανταγωνίστριες των ΗΠΑ χώρες, επέβαλαν επίσης προστατευτικά τείχη αποθαρρύνοντας το εισαγωγικό εμπόριο, με επακόλουθο την εντυπωσιακή μείωση των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών και κατά προέκταση το βάθεμα της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, κ.λπ.

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι την περίοδο 1929-1933 παρατηρήθηκε το φαινόμενο του αντιπληθωρισμού (deflation), όπου οι τιμές των πρώτων υλών και των τελικών προϊόντων παρουσίαζαν συνεχή πτωτική τάση. Οι χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, των οποίων ο κύριος όγκος των εξαγωγών ήταν πρώτες ύλες, διαπίστωσαν την ταχεία ελάττωση της αξίας των εξαγωγών τους ως αποτέλεσμα του διεθνούς αντιπληθωρισμού. Η μείωση του εξαγωγικού εμπορίου των αναπτυσσόμενων χωρών προκάλεσε τη συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής τους, επιφέροντας την κάμψη της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας και επιδεινώνοντας τις παθογένειες της κρίσης. Η πτώση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας σε συνθήκες αντιπληθωρισμού και η αδυναμία της συνολικής ζήτησης, να ανταποκριθεί στην απορρόφηση των παραγόμενων αγαθών, συνέβαλαν στην ύπαρξη του φαινομένου της υπερβάλλουσας προσφοράς αγαθών, με συνέπεια αρκετοί συγγραφείς να ισχυριστούν ότι το κραχ της περιόδου 1929-1933 ήταν ουσιαστικά μία κρίση υπερπαραγωγής (overproduction crisis).
Η απουσία συστήματος εθνικών λογαριασμών (national accounts system) και το χαμηλό επίπεδο της οικονομικής μεθοδολογίας στην άσκηση της μακροοικονομικής πολιτικής, συνιστούν θεμελιώδεις παράγοντες που η οικονομική κρίση μετά το 1929 πήρε αχαλίνωτες διαστάσεις. Το 1929, δηλαδή το έτος εκδήλωσης της κρίσης, οι ασκούντες την οικονομική πολιτική δεν διέθεταν μακροοικονομικά στοιχεία, αναφορικά με το επίπεδο του ΑΕΠ, την ιδιωτική κατανάλωση, τις εξαγωγές, τις εισαγωγές, την εθνική αποταμίευση, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις κρατικές δαπάνες, κ.ά. Άρα, η έλλειψη μακροοικονομικών δεδομένων, στερούσε τη δυνατότητα από τους οικονομολόγους της εποχής εκείνης, να έχουν πλήρη εικόνα για την πορεία της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, ώστε στη συνέχεια να εφάρμοζαν τα απαιτούμενα μέτρα οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ πρωτοϋπολογίστηκε το 1934 και της Μ. Βρετανίας το 1941. Ωστόσο, πλήρες και αναλυτικό σύστημα εθνικών λογαριασμών, για τις διάφορες χώρες της παγκόσμιας οικονομίας άρχισε να υιοθετείται μετά το 1948, γεγονός το οποίο συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στη βελτίωση του τρόπου άσκησης της οικονομικής πολιτικής.
Από την άλλη μεριά, η ανυπαρξία άρτια οργανωμένων εθνικών στατιστικών υπηρεσιών, στερούσε από τους οικονομολόγους την αναγκαία στατιστική πληροφόρηση κατά την διαδικασία λήψης των αποφάσεων για την επιλογή των καταλληλότερων μέτρων οικονομικής πολιτικής. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις ΗΠΑ, το NBER (National Bureau of Economic Research) και η Cowles Commission for Research in Economics, τα οποία αποτελούν ίσως τα σπουδαιότερα ερευνητικά κέντρα του κόσμου, ιδρύθηκαν το 1920 και το 1932 αντίστοιχα. Στις μέρες μας, σε αντίθεση με το 1929, οι εμπλεκόμενοι με την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, έχουν ενδελεχή ενημέρωση για μια σειρά οικονομικών δεικτών, καθώς αρκετοί αριθμοδείκτες που αφορούν τον πληθωρισμό, την ανεργία, τις λιανικές πωλήσεις, τα επιτόκια, την προσφορά χρήματος, τις χορηγήσεις δανείων, το ισοζύγιο πληρωμών, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τη βιομηχανική παραγωγή, κ.λπ., δημοσιεύονται σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση. Η αδιάλειπτη πληροφόρηση των οικονομολόγων, σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη βασικών οικονομικών δεικτών, τους δίνει τη δυνατότητα οι αποφάσεις τους για τη μακροοικονομική σταθερότητα, να λαμβάνονται γρήγορα και με υψηλό βαθμό αξιοπιστίας. Η Μεγάλη Ύφεση της περιόδου 1929 -1933 κινητοποίησε τους ερευνητές των οικονομικών φαινομένων, να προβούν στη βελτίωση της οικονομικής μεθοδολογίας. Ο Irving Fisher (1867-1947), ο σημαντικότερος αμερικανός οικονομολόγος όλων των εποχών, επηρεασμένος από τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, σε άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the American Statistical Association το 1933, υποστήριξε ότι «η Οικονομική Επιστήμη θα καταστεί μία πλήρης επιστήμη όταν θα μπορεί να προβλέπει την εμφάνιση των οικονομικών κρίσεων».

Η δημιουργία της Οικονομετρίας (Econometrics) ως αυτόνομου γνωστικού κλάδου της οικονομικής επιστήμης, συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόοδο της οικονομικής μεθοδολογίας. Ο Irving Fisher υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Econometric Society το 1933, που από τη χρονιά εκείνη δημοσιεύει την Econometrica, το σημαντικότερο ίσως επιστημονικό περιοδικό στο πεδίο της Οικονομικής Επιστήμης. Μετά το 1930 μία ομάδα αξιόλογων ερευνητών μεταξύ των οποίων οι Ragnar Frisch (1895- 1973), Jan Tinbergen (1903-1994) και Trygre Haavelmo (1911-1999), έθεσαν τα θεμέλια του συγχρόνου οικονομετρικού λογισμού. Το 1969, πρώτο έτος καθιέρωσης των Νόμπελ Οικονομικής Επιστήμης, η Σουηδική ακαδημία απένειμε το Νόμπελ στους Frisch και Tinbergen, για τη συμβολή τους στην εμπέδωση της οικονομετρικής μεθοδολογίας. Αργότερα και πιο συγκεκριμένα το 1989, το Νόμπελ Οικονομικής Επιστήμης απονεμήθηκε και στον Haavelmo. Ο ερευνητής των οικονομικών και των κοινωνικών φαινομένων, με την υιοθέτηση των κατάλληλων οικονομετρικών τεχνικών προβαίνει στην εκτίμηση διαφόρων μεταβλητών, ελέγχει το βαθμό στατιστικής σημαντικότητας του εκτιμηθέντος υποδείγματος και πραγματοποιεί προβλέψεις αναφορικά με τη μελλοντική εξέλιξη καίριων οικονομικών μεταβλητών. Η παραγωγή ποικιλόμορφων ποσοτικών και ποιοτικών πρωτογενών στοιχείων, από διάφορες εγχώριες και διεθνείς στατιστικές πηγές, σε συνδυασμό με τη θεαματική εξέλιξη της οικονομικής μεθοδολογίας, έχουν συντελέσει στην προαγωγή της αποτελεσματικότητας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και στην επίτευξη του στόχου οι χώρες να αναπτύσσονται σε συνθήκες μακροοικονομικής σταθερότητας.
Ένα συμπέρασμα το οποίο αντλείται από την ανωτέρω ανάλυση, είναι ότι το 1929 η οικονομική επιστήμη δεν διέθετε στη φαρέτρα της, τα δέοντα εργαλεία για την καταπολέμηση της επερχόμενης διεθνούς οικονομικής συμφοράς. Στα πανεπιστήμια και γενικότερα στους ακαδημαϊκούς κύκλους, η οικονομική σκέψη πρέσβευε το δόγμα της Κλασικής Σχολής περί οικονομικού φιλελευθερισμού, βάσει του οποίου οι ελεύθερες επιλογές των ατόμων και των επιχειρήσεων υπό συνθήκες ελάχιστου κρατικού παρεμβατισμού, συντελούν στην επίτευξη συνθηκών γενικής οικονομικής ισορροπίας. Άλλωστε, η επινόηση του Adam Smith (1723-1790) περί αόρατου χεριού (invisible hand) ήταν απόρροια του δόγματος του οικονομικού φιλελευθερισμού και την είχαν αποδεχθεί όλες οι Σχολές Οικονομικής Σκέψης. Ως γνωστόν, η έννοια του αόρατου χεριού υποδηλώνει ότι το οικονομικό σύστημα, από μία κατάσταση αστάθειας εισέρχεται σύντομα σε μία νέα κατάσταση ευστάθειας, γιατί οι επιμέρους αγορές που το συγκροτούν έχουν τη δυνατότητα της αυτορρύθμισης και γι’ αυτό η οικονομία λειτουργεί μόνιμα σε συνθήκες μακροχρόνιας ισορροπίας.
Το δόγμα του φιλελευθερισμού και η άποψη του Adam Smith περί αόρατου χεριού, είχαν γίνει αποδεκτά από τους διαπρεπέστερους οικονομολόγους της δεκαετίας του 1920, όπως ήταν οι Irving Fisher, Arthur Pigou (1877-1959), John B. Clark (1847-1938), Wesley C. Mitchell(1874-1948), Henry L. Moore (1869-1958), Joseph Shumpeter (1883-1950), Edwin Seligman (1861-1939), Arthur Spiethoff (1873-1957), Dennis Robertson (1860-1953), Albert Aftalion (1874-1956), Arthur Bowley (1869-1957), Gustav Cassel (1866-1945), John M. Clark (1884-1963), John Commons (1862-1945), κ.ά. Οι οικονομολόγοι αυτοί υπήρξαν διακεκριμένα στελέχη διαφόρων Σχολών της οικονομικής επιστήμης, με μεγάλη επιρροή στην εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής στις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία και σε άλλες χώρες. Με την εξαίρεση μερικών συγγραφέων, ιδίως οπαδών της Μαρξιστικής Σχολής, κανένας από τους μεγάλους οικονομολόγους της περιόδου 1920-1929, δεν κατάφερε όχι μόνο να προβλέψει το κραχ του 1929, αλλά και να προτείνει τα απαιτούμενα μέτρα οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της επερχόμενης κρίσης.
Από μεθοδολογικής άποψης και πιο συγκεκριμένα αναφορικά με τη διαδικασία άσκησης της οικονομικής πολιτικής, η Νεοκλασική, η Αυστριακή, η Θεσμική και άλλες Σχολές Οικονομικής Σκέψης, δεν είχαν διαμορφώσει το ανάλογο εμπειρικό υπόβαθρο και δεν διέθεταν τα δέοντα όπλα μακροοικονομικής πολιτικής, ώστε να ελέγξουν τα δεινά της κρίσης και να ελαχιστοποιήσουν το κόστος των αρνητικών συνεπειών της στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Αν εξαιρεθεί το έργο ορισμένων συγγραφέων σχετικό με τα αίτια των οικονομικών διακυμάνσεων και οι ενδιαφέρουσες θεωρητικές απόψεις των Knut Wicksell (1851-1926), Thorstein Veblen (1857-1929), Irving Fisher, John Hobson (1858-1940) κ.ά., που επηρέασαν το σκεπτικό του Keynes κατά τη συγγραφή του μνημειώδους βιβλίου του “The General Theory of Employment, Interest, and Money” (1936), το 1929 δεν υπήρχαν κατασταλαγμένες θέσεις, που να αφορούσαν μέτρα μακροοικονομικής πολιτικής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση εκτεταμένων οικονομικών κρίσεων.

Γιατί η οικονομική κρίση της περιόδου 1929-1933 προσέλαβε τρομακτικές διαστάσεις και είχε τόσο μεγάλη διάρκεια; Η απάντηση σχετίζεται με τη διαπίστωση ότι το 1929, η ανεπάρκεια της εφαρμοσμένης οικονομικής και η αναποτελεσματικότητα της ασκούμενης μακροοικονομικής πολιτικής, συνετέλεσαν ώστε οι ασχολούμενοι με την οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ και την Ευρώπη να υιοθετήσουν λανθασμένα μέτρα, τα οποία όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην τιθάσευση της κρίσης, αλλά έριξαν λάδι στη φωτιά επιδεινώνοντας τις παρενέργειες της κρίσης και επιτείνοντας την χρονική της διάρκεια. Οι κυβερνήσεις στις ΗΠΑ και την Ευρώπη δεν είχαν τον απαιτούμενο βαθμό συνειδητοποίησης, ως προς την αναγκαιότητα και τη σημασία της δημοσιονομικής πολιτικής, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης. Παράλληλα, την εποχή εκείνη η εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής, αποσκοπούσε στον έλεγχο της προσφοράς χρήματος και των επιτοκίων από την πλευρά των Κεντρικών Τραπεζών, αγνοώντας το σημαντικό ρόλο της ζήτησης χρήματος στην προσπάθεια σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την έξοδο της οικονομίας από τη φάση της αποτελμάτωσης. Τυπικό παράδειγμα εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής, υπήρξε η εφαρμογή του νόμου Smoot-Hawley Tariff Act το 1930 από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο νόμος αυτός προκάλεσε ένα κύμα διεθνούς προστατευτισμού, περιορίζοντας τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των διαφόρων χωρών και εκμηδενίζοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο Keynes από τις σελίδες του βιβλίου του General Theory υποστήριξε ότι η δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται από την κυβέρνηση και αφορά τα μεγέθη του κρατικού προϋπολογισμού, συνιστά το μέσον εξόδου από την κρίση. Εστιάζοντας την ανάλυσή του στα μακροοικονομικά μεγέθη της οικονομίας, όπως εθνικό εισόδημα, επιτόκιο, απασχόληση, ανεργία, κρατικές επενδύσεις, ιδιωτική κατανάλωση, κ.ά., ο Keynes τόνισε ότι η εφαρμογή μέτρων επεκτατικής πολιτικής από τη πλευρά της κυβέρνησης, που σχετίζονται με την αύξηση των κρατικών δαπανών και τη μείωση των φόρων, συνδράμουν στην άνοδο της συνολικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, ενθαρρύνοντας έτσι τη γενική οικονομική δραστηριότητα και ωθώντας το οικονομικό σύστημα στη φάση της ανάκαμψης. Η μεθοδολογική σύλληψη του Keynes ήταν καινοτόμος, καθώς υπήρξε ο πρώτος οικονομολόγος ο οποίος θεώρησε την οικονομία ως ένα ενιαίο σύνολο, διατύπωσε απλές εξισώσεις με μακροοικονομικές μεταβλητές για να δείξει τη συναρτησιακή τους σχέση, ανέλυσε τους σκοπούς της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής, επεσήμανε το σπουδαίο ρόλο των κυβερνήσεων στην προσπάθεια σταθεροποίησης του οικονομικού συστήματος και υπογράμμισε ότι οι διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας προσδιορίζονται από τις μεταβλητές που επηρεάζουν τη συνολική ζήτηση στην οικονομία.
Η περίοδος 1929-1939 υπήρξε τρικυμιώδης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Το κτύπημα που δέχτηκαν οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Γερμανίας και άλλων χωρών από το κραχ της περιόδου 1929-1933 ήταν βίαιο και πρωτοφανές. Αξιομνημόνευτο είναι ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ σε τρέχουσες τιμές το 1929 ήταν 108 δισεκατομμύρια δολάρια, μέγεθος που παρέμεινε αμετάβλητο κατά την δεκαετία 1929-1939. Δηλαδή, το ΑΕΠ των ΗΠΑ το 1939 ήταν όσο το 1929, κάτι το οποίο αποτυπώνει τη σεισμική δόνηση των πολλών ρίχτερ, που υπέστη η αμερικανική οικονομία στη φάση της Μεγάλης Ύφεσης. Δεδομένου ότι την περίοδο 1929-1939 το ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν ουσιαστικά στάσιμο και το ποσοστό ανεργίας διατηρήθηκε σταθερά σε διψήφια επίπεδα, αρκετοί μελετητές του οικονομικού βίου ισχυρίζονται ότι η Μεγάλη Ύφεση στην αμερικανική οικονομία διήρκεσε μεταξύ των ετών 1929 και 1939. Η είσοδος των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε βασικότατο παράγοντα για την αναπτυξιακή απογείωση της αμερικανικής οικονομίας. Οι υπέρμετρες στρατιωτικές δαπάνες υπήρξαν το πρωταρχικό αίτιο για την επίτευξη μέσων ετήσιων αναπτυξιακών ρυθμών της τάξης του 7% και του 8%.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλιστικού συστήματος κατά την περίοδο 1750-1939, ήταν οι συχνές οικονομικές κρίσεις, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους τουλάχιστον ανά επταετία, με συνέπεια αρκετοί ριζοσπάστες συγγραφείς, μαρξιστικής ιδίως προέλευσης, να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις αντοχές και τη διατηρησιμότητά του. Οι συνήγοροι του μαρξισμού μετά το κραχ 1929-1933 είχαν αποφανθεί περί της επερχόμενης κατάρρευσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και την αναπόφευκτη έλευση του σοσιαλισμού. Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι το 2007, η διεθνής οικονομία ήλθε αντιμέτωπη με δύο ανησυχητικές κρίσεις, τις υφέσεις των περιόδων 1973-1974 και 1979-1982. Αυτές οι οικονομικές κρίσεις είχαν σχετικά μικρή χρονική διάρκεια και οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας, κλπ., δέχτηκαν πολύ μικρό πλήγμα συγκριτικά με τη Μεγάλη Ύφεση 1929-1933. Μετά το 1980 και ιδίως μετά το 1990 έχει αναπτυχθεί μία ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, που υποστηρίζει ότι μετά το 1945 και σε σύγκριση με την περίοδο 1750-1939, οι οικονομικές κρίσεις είναι αισθητά ηπιότερες κα έχουν πολύ μικρότερη διάρκεια.
Εν τούτοις, η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007-2009, επανέφερε στο σκεπτικό πολλών αναλυτών τις μελαγχολικές μνήμες της περιόδου 1929-1933. Λόγω της σφοδρότητας με την οποία πλήγηκε το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα το φθινόπωρο του 2008 και της καθοδικής πορείας των κύριων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας των ΗΠΑ, οι συγκρίσεις ήταν αναπόφευκτες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, την περίοδο 2007-2009 οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ, της ΟΝΕ (Οικονομική και Νομισματική Ένωση) και της Ιαπωνίας, διαμορφώθηκαν αντίστοιχα σε -3,1%, -4,0% και -6,5%. Οι αρνητικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί των ΗΠΑ, της ΟΝΕ και της Ιαπωνίας κατά τη διάρκεια του 2009, συνέβαλαν στην πτώση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά -0,4%. Το 2009 υπήρξε η μοναδική χρονιά μετά το 1945, που το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε.
Οι διακυμάνσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος εξαρτώνται άμεσα από τα οικονομικά αποτελέσματα των πολυεθνικών εταιριών (τράπεζες, βιομηχανικές επιχειρήσεις, κ.ά.). Δοθέντος ότι αρκετές πολυεθνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κίνα, τις Ινδίες και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, προβλέπεται οι περιοχές της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής, κλπ., να δεχτούν ισχυρό κτύπημα από την εξελισσόμενη παγκόσμια κρίση, με συνεπακόλουθο οι ρυθμοί ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας την περίοδο 2008-2010 να διαμορφωθούν γύρω στο 2,5%.
Με κριτήριο την αρχιτεκτονική του διεθνούς οικονομικού συστήματος, οι πολυεθνικές εταιρίες συντελούν κατά 40% στην παραγωγή του παγκόσμιου ΑΕΠ και συμμετέχουν κατά 75% στην πραγματοποίηση του διεθνούς εξαγωγικού εμπορίου. Η ταχύρρυθμη αναπτυξιακή διαδικασία που παρατηρείται μετά το 1990 στην Κίνα, τις Ινδίες, την Ινδονησία, κλπ., οφείλεται στη δραστηριοποίηση πολυεθνικών εταιριών στις χώρες αυτές. Άρα, οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα οικονομικά αποτελέσματα των πολυεθνικών εταιριών. Επειδή οι κυριότερες πολυεθνικές εταιρίες είναι αμερικανικής προέλευσης και με βάση τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα αρκετές πολυεθνικές εταιρίες συμφερόντων ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα ρευστότητας, συνάγεται ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση θα πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις από τις αναμενόμενες.
Όπως στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης 1929-1933, έτσι και στην διεθνή οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009, η οικονομία των ΗΠΑ δέχτηκε σκληρό πλήγμα. Μετά το 2007 οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας, δεν έχουν συνέλθει τελείως. Την περίοδο 2009-2013, ο μέσος αναπτυξιακός τους ρυθμός είναι κάτω από 2,5%, επιβεβαιώνοντας ότι οι κραδασμοί της κρίσης της περιόδου 2007-2009, δεν έχουν απορροφηθεί πλήρως από τα οικονομικά τους συστήματα. Η ανεργία στις ΗΠΑ σημείωσε αισθητή άνοδο, με συνέπεια το ποσοστό ανεργίας από 4,6% το 2007 να αυξηθεί σε 9,6% το 2009. Δηλαδή, την περίοδο 2007-2010, ο απόλυτος αριθμός των ανέργων στις ΗΠΑ από 7.078.000 αυξήθηκε σε 14.825.000 άτομα, που σημαίνει ότι την περίοδο αυτή στην αγορά εργασίας, προστέθηκαν 7.747.000 νέοι άνεργοι. Στην Ευρωζώνη το ποσοστό ανεργίας από 7,1% το 2007 ανήλθε σε 10,1% το 2010 και σε 12,3% το 2013. Οι χαμηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά το 2007, προκαλούν την αξιοσημείωτη άνοδο της ανεργίας.

Την περίοδο 2007-2009, η παγκόσμια χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση (world stock market capitalization) μειώθηκε περί τα 28 τρισεκατομμύρια δολάρια και η ελάττωση της αξίας των τοξικών χρεογράφων (toxic securities) εκτιμάται τουλάχιστον σε 10 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο 2007-2009, από τα χαρτοφυλάκια των επιχειρήσεων, των οργανισμών και των νοικοκυριών, χάθηκαν λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης περίπου 38 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αν αναλογιστούμε ότι το 2009 το επίπεδο του παγκόσμιου ΑΕΠ διαμορφώθηκε σε 58,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, εύκολα γίνονται αντιληπτές οι υπερμεγέθεις χρηματικές διαστάσεις της διεθνούς κρίσης της περιόδου 2007-2009. Η απώλεια των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων από τα διάφορα χαρτοφυλάκια είναι κατά προσέγγιση, καθώς δεν υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία για το μέγεθος της ζημιάς στα πλαίσια της αγοράς παραγώγων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μεγαλύτερες ζημίες παρουσιάστηκαν το 2008, που θεωρείται η χρονιά κορύφωσης της κρίσης.
Η ουσιαστική διαπίστωση είναι ότι κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης 2007-2009, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα υπέστη ένα τρομακτικό χτύπημα, το κόστος του οποίου εκτιμάται τουλάχιστον σε 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, κάτι το οποίο για πρώτη φορά παρατηρείται στην ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος. Η ζημιά των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μετουσιώνεται σε ελάττωση των ενεργητικών στοιχείων των τραπεζικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων εισηγμένων στα χρηματιστήρια, με επακόλουθη τη συστολή της ρευστότητάς τους και τη δυσκολία κάλυψης των δαπανών τους σε νέα επενδυτικά προϊόντα, σε διαφήμιση, σε έρευνα και ανάπτυξη, κ.ά. Από την άλλη μεριά, η μείωση της αξίας των χαρτοφυλακίων των νοικοκυριών, λόγω πτώσης της τιμής των μετοχών και των λοιπών χρεογράφων, προκάλεσε την ελάττωση της καταναλωτικής τους δαπάνης για αγαθά και υπηρεσίες, επιφέροντας στη συνέχεια τη συρρίκνωση του πραγματικού ΑΕΠ. .
Συνεπώς, η μείωση των επενδυτικών πρωτοβουλιών από την πλευρά των επιχειρήσεων και ο ταυτόχρονος περιορισμός της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, προκάλεσαν την ελάττωση του ΑΕΠ, οδηγώντας τις οικονομίες των διαφόρων χωρών της διεθνούς οικονομίας, στη φάση της συστολής της οικονομικής τους δραστηριότητας. Ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών συνιστά τον παράγοντα, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ένταση και την διάρκεια της διεθνούς κρίσης. Στο σύνολο των χωρών της ΟΝΕ, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και σε άλλες προηγμένες χώρες, η ονομαστική αξία των καταναλωτικών και των στεγαστικών δανείων το 2008 υπερέβαινε το 50% του ΑΕΠ. Η αδυναμία των νοικοκυριών, να ανταποκριθούν στις δαπάνες εξυπηρέτησης των δανείων τους, σε συνδυασμό με την αναπόφευκτη συρρίκνωση των αποταμιευτικών τους πόρων στο τραπεζικό σύστημα λόγω μείωσης του πραγματικού τους εισοδήματος, ήταν η σπίθα που πυροδότησε την κρίση της περιόδου 2007-2009. Η πτώση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών συνετέλεσε στους περιορισμένους αναπτυξιακούς ρυθμούς, που παρατηρούνται στις ΗΠΑ, την Ευρωζώνη και την Ιαπωνία μετά το 2009.
Από την άνοιξη του 2007, όταν το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα άρχισε να υφίσταται τους πρώτους τριγμούς και μέχρι το καλοκαίρι του 2008, κανένας από τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ, δεν είχε αντιληφθεί το τεράστιο μέγεθος της ζημιάς. Αν κάποιος ανατρέξει στις περιοδικές εκθέσεις των οργανισμών αυτών του πρώτου εξαμήνου του 2008, θα διαπιστώσει ότι οι προβλέψεις τους για το 2009 ήταν αρκετά ευοίωνες ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης των ΗΠΑ, της ΟΝΕ και γενικότερα της παγκόσμιας οικονομίας. Από το καλοκαίρι του 2008 και μετέπειτα, η κρίση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος μετεξελίχτηκε σε κρίση της παγκόσμιας οικονομίας. Η κατακόρυφη πτώση των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών και το μεγάλο κενό ρευστότητας που δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 2008 στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μετατράπηκαν σε ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας, με αναπόφευκτη συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, την ελάττωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, τη μείωση του διεθνούς εμπορίου, την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, την πτώχευση αρκετών τραπεζών, την πτώση της αξίας των χρηματιστηριακών συναλλαγών, κ.λπ.

Στις μέρες μας και σε αντίθεση με το κραχ της περιόδου 1929-1933, παρατηρείται ιδίως από την πλευρά των ΗΠΑ και της Ευρωζώνης, συντονισμός των προσπαθειών σε διεθνές επίπεδο, με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Τα ιστορικά διδάγματα που έχουν αντληθεί από τη Μεγάλη Ύφεση 1929-1933 είναι αρκετά και εξαιρετικά χρήσιμα για τους ασκούντες τη μακροοικονομική πολιτική. Η Fed (Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ) και η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) έχουν ενεργή συμμετοχή στην επινόηση μεθόδων νομισματικής πολιτικής, για την αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία. Με πρωτοβουλία των Κεντρικών Τραπεζών και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές κυβερνήσεις, υιοθετούνται μέτρα πολιτικής για την εγγύηση των καταθέσεων στις εμπορικές τράπεζες. Ταυτόχρονα, με τη μείωση των επιτοκίων παρέμβασης των Κεντρικών Τραπεζών και την ενίσχυση του μετοχικού κεφαλαίου των εμπορικών τραπεζών με εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία και την ενθάρρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να ελέγχουν τη συμπεριφορά των εμπορικών και των επενδυτικών τραπεζών, να ρίχνουν στην αγορά ολοένα και περισσότερα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής ύφεσης, τα προϊόντα αυτά μεταλλάσσονται σε τοξικά, προκαλώντας την διεύρυνση του χάσματος της εξελισσόμενης κρίσης. Οι κυβερνήσεις στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της διεθνούς οικονομίας, εφαρμόζουν μέτρα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, με απώτερη επιδίωξη την αύξηση της εγχώριας καταναλωτικής και επενδυτικής δαπάνης. Η εφαρμογή κεϋνσιανών μέτρων μακροοικονομικής πολιτικής, όπως είναι η μείωση των φόρων, η αύξηση των δαπανών για επενδύσεις και άλλες παραγωγικές πρωτοβουλίες, η ελάττωση των επιτοκίων βάσει των οποίων οι εμπορικές τράπεζες δανειοδοτούνται από την Κεντρική Τράπεζα, η ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος με κεφάλαια των Κεντρικών Τραπεζών έχοντας ως εγγυητή το κράτος, η άνοδος των κοινωνικών παροχών στα πλαίσια του κράτους πρόνοιας, κλπ., στοχεύουν στην τόνωση της συνολικής ζήτησης και κατά προέκταση στην αναθέρμανση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.
Αν κα τα μέτρα μακροοικονομικής πολιτικής που υιοθετούνται στις ΗΠΑ, τις χώρες-μέλη της ΟΝΕ, κ.λπ., κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι χώρες σαν την Ελλάδα, που υποφέρουν από χρόνιες δημοσιονομικές αγκυλώσεις, θα δυσκολευτούν στο εγχείρημα σταθεροποίησης των οικονομικών τους συστημάτων. Οι αγκυλώσεις αυτές ήταν που προκάλεσαν τη χρεοκοπία της χώρας μας την άνοιξη του 2010 και την υποταγή της στις σκληρότατες μνημονιακές πολιτικές. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1994-2007, όταν η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με μέσους ετήσιους ρυθμούς της τάξης του 3,8% και οι κυβερνήσεις δανείζονταν στις διεθνείς χρηματαγορές με επιτόκια ακόμα και κάτω του 3%, το δημόσιο χρέος αντί να μειωθεί, δυστυχώς αυξανόταν. Αυτή και μόνο η διαπίστωση πιστοποιεί την παταγώδη αποτυχία της ασκούμενης μακροοικονομικής πολιτικής και την ανικανότητα των εκάστοτε κυβερνήσεων να εξυγιάνουν τα Δημόσια Οικονομικά της χώρας.
Με γνώμονα τις διδαχές της ιστορίας του οικονομικού βίου, η έξοδος της οικονομίας μιας χώρας από τη φάση της ύφεσης, προϋποθέτει την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων οικονομικής πολιτικής, με πρωταρχικό στόχο την ενθάρρυνση της συνολικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, σε συνθήκες μακροοικονομικής σταθερότητας και την προαγωγή της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος. Στις μέρες μας χώρες όπως είναι η Ιρλανδία, η Ελβετία, η Νέα Ζηλανδία, το Λουξεμβούργο, η Δανία, η Νότια Κορέα, κ.λπ., με πολύ χαμηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και με πλεονασματικούς συνήθως κρατικούς προϋπολογισμούς, έχουν την άνεση να λαμβάνουν πλειάδα επεκτατικών μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να μην αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Άλλωστε οι χώρες αυτές, λόγω της υγιούς κατάστασης των Δημοσίων Οικονομικών, συγκαταλέγονται στην κατηγορία των κρατών, που χαρακτηρίζονται από το υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας των οικονομικών τους συστημάτων. Συνεπώς, το τετράπτυχο «Ανταγωνιστικότητα-Παραγωγικότητα-Ανάπτυξη-Βιώσιμα Δημόσια Οικονομικά» συνιστά το ιστορικό δίδαγμα, ώστε μια χώρα να αναπτύσσεται σε συνθήκες μακροοικονομικής ισορροπίας και όταν έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα της οικονομικής ύφεσης, γρήγορα να εξέρχεται αλώβητη από τη στενωπό.

Advertisements
This entry was posted in Γενικά, Κρίσεις στην Παγκόσμια Οικονομία, Kontranews. Bookmark the permalink.