Από την πτώχευση του 1893 στη χρεοκοπία των μνημονίων

Η χώρα μας εισήλθε πλέον στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου. Όποια κυβέρνηση και αν αναδειχτεί μετά τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015, μνημονιακές πολιτικές θα εφαρμόσει έχοντας την υψηλή επιστασία των πιστωτών. Οι δραματικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που βιώνουμε στις μέρες μας, αφήνουν ελάχιστες ελπίδες ότι το υφιστάμενο αχρείο πολιτικό προσωπικό, που φέρει όλη την ευθύνη για την εθνική τραγωδία που ζούμε σήμερα, έχει την ικανότητα να επιλύσει τα ακανθώδη προβλήματα της χώρας. Μελετώντας προσεκτικά την νεώτερη οικονομική και πολιτική ιστορία της Ελλάδας, διαπίστωσα ότι οι ομοιότητες του σήμερα με τα συγκλονιστικά γεγονότα που προηγήθηκαν της πτώχευσης του 1893 είναι πολλές και αξιοσημείωτες. Εύχομαι η πατρίδα μας να μην βιώσει τα οδυνηρά γεγονότα, που διαδραματίστηκαν μετά την πτώχευση του Δεκεμβρίου 1893, με αποκορύφωμα την βαρύτατη ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την πλήρη εξάρτηση της Ελλάδας από τις προστάτιδες δυνάμεις. Τα διδάγματα της ιστορίας είναι σκληρά και αμείλικτα. Οι κυβερνήσεις που τα αγνοούν ή τα παρερμηνεύουν, υποπίπτουν σε σοβαρά λάθη και προκαλούν μεγάλες πληγές στο κορμί της πατρίδας.
Είναι Οκτώβριος του 1890 και η χώρα προετοιμάζεται για την εκλογική αναμέτρηση της 14ης Οκτωβρίου του 1890. Έχει προηγηθεί η επιτυχής διακυβέρνηση της χώρας από τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896) από τον Μάιο του 1886 έως το Σεπτέμβριο του 1890. Ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλος του Τρικούπη είναι ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1826-1905), που ιστορικά αξιολογείται ως ένας από τους μεγαλύτερους δημαγωγούς που έχει αναδείξει η πολιτική σκηνή της Ελλάδας. Το κοινωνικοοικονομικό κλίμα της εποχής ομιχλώδες και κινδυνώδες. Τα Δημόσια Οικονομικά της χώρας σε πολύ κακή κατάσταση. Το εξωτερικό χρέος τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο. Η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους απαιτεί πελώριους χρηματικούς πόρους σε συνάλλαγμα, πόρους που η χώρα δεν διαθέτει λόγω των διευρυνόμενων ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το εθνικό μας νόμισμα, η δραχμή, έρμαιο της διεθνούς κερδοσκοπίας, με οικτρό αποτέλεσμα τη συνεχή υποτίμησή της στις διεθνείς αγορές χρήματος υποδαυλίζοντας την ανοδική πορεία του εξωτερικού χρέους. Η χώρα ψάχνει εναγωνίως στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές την εξασφάλιση εξωτερικών δανείων σε συνάλλαγμα, για την αποπληρωμή ληγόντων χρεών και την καταβολή των τοκομεριδίων στους ξένους πιστωτές.
Ο Τρικούπης δέχεται πολλαπλά, ύπουλα και άτιμα κτυπήματα από τη σφηκοφωλιά των ανακτόρων. Ο λαοπλάνος Δηλιγιάννης εξαπατά συνειδητά τον ελληνικό λαό με κάλπικες υποσχέσεις. Το απελευθερωτικό κίνημα της Κρήτης και οι δίαυλοι επικοινωνίας της μητέρας Ελλάδας με τους ηγέτες της Επανάστασης, έχουν προκαλέσει σοβαρά ρήγματα στις σχέσεις της Ελλάδας με τις προστάτιδες δυνάμεις, δηλαδή την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Η Τουρκία καραδοκεί και αποβλέπει στην αξιοποίηση του μοιραίου λάθους από την πλευρά της Ελλάδας. Παράλληλα, οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις σημειώνουν ραγδαία επιδείνωση. Το ενοποιημένο βουλγαρικό κράτος προβαίνει σε ανελέητους διωγμούς σε βάρος Eλλήνων και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάτω υπό αυτές τις δυσκολότατες και επικίνδυνες συνθήκες, η χώρα προετοιμάζεται για την εκλογική αναμέτρηση της 14ης Οκτωβρίου 1890. Νικητής των εκλογών αναδεικνύεται ο δημοκόπος Θ.Δηλιγιάννης και σχηματίζει κυβέρνηση στις 24 Οκτωβρίου 1890. Ένα από τα πρώτα μέτρα του Δηλιγιάννη ήταν να αυξήσει τον αριθμό των βουλευτών από 150 σε 207, επιβαρύνοντας ανάλογα τον ελλειμματικό κρατικό προϋπολογισμό, παρ’ ότι η χώρα βρίσκεται με το ενάμιση πόδι στο βάραθρο της χρεοκοπίας. Αξιομνημόνευτο είναι ότι ο Τρικούπης το 1886, με την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου, είχε μειώσει τον αριθμό των βουλευτών από 245 σε 150. Κύρια επιδίωξή του ήταν να ελαττωθούν οι δημοσιονομικές δαπάνες και να περιοριστεί το ρουσφέτι. Με την ανάδειξη του Θ. Δηλιγιάννη στην πρωθυπουργία και ανήμπορος να υλοποιήσει τις προεκλογικές λαοπλάνες υποσχέσεις του, η χώρα με μαθηματική βεβαιότητα πήγαινε κατευθείαν στα βράχια της χρεοκοπίας, ρίχνοντας την πατρίδα σε μακρά φάση σοβαρότατων εθνικών περιπετειών.
Πριν τις εκλογές της 14ης Οκτωβρίου 1890 και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο δημοκόπος Θ. Δηλιγιάννης για να κλέψει την ψήφο των πολιτών και να ρίξει από την εξουσία τον Τρικούπη, είχε ως προπαγανδιστικό πολιτικό σύνθημα “κάτω οι φόροι”. Γεγονός είναι ότι ο Τρικούπης στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει πόρους για την χρηματοδότηση των διογκούμενων κρατικών δαπανών και ιδίως των στρατιωτικών δαπανών, εξαναγκαζόταν να επιβάλλει περισσότερους φόρους πέραν των δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Με την άνοδο όμως του Δηλιγιάννη στην κυβερνητική εξουσία και διαπιστώνοντας εμπράκτως την θλιβερή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, ότι δηλαδή η κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους χρηματικούς πόρους για την κάλυψη των κρατικών δαπανών και την χρηματοδότηση των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, υποχρεώθηκε στις αρχές του 1891 να εξαγγείλει σκληρότατα μέτρα φορομπηχτικής πολιτικής που προκάλεσαν λαϊκή οργή και αγανάκτηση.
Αυτή είναι η ιλαροτραγωδία των δημοκόπων. Σπάνια τηρούν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις. Την επόμενη μέρα των εκλογών, οι προεκλογικές τυχάρπαστες εξαγγελίες του Δηλιγιάννη, μετατράπηκαν σε δρακόντεια μέτρα εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, η αδυναμία της χώρας να εξεύρει τους πελώριους χρηματικούς πόρους σε ξένο συνάλλαγμα, για την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων στους ξένους κεφαλαιούχους, συντελούσε στην επιδείνωση των σχέσεων της κυβέρνησης Δηλιγιάννη με τους ξένους πιστωτές. Αναπόφευκτο ήταν τα ελληνικά χρεόγραφα να χάνουν την αξία τους στις αγορές του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου, με αποτέλεσμα οι κάτοχοί τους να υφίστανται τεράστιες ζημίες.
Σε συνθήκες κατάρρευσης των Δημοσίων Οικονομικών της χώρας, χειροτέρευσης των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και την Τουρκία, οξύτατης αντιπαράθεσης της κυβέρνησης με τους ντόπιους και ξένους πιστωτές, δραματικής επιδείνωσης των σχέσεων της χώρας με τις προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία) λόγω του ακανθώδους Κρητικού προβλήματος, συνεχούς διολίσθησης της δραχμής στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, του Σταφιδικού προβλήματος, κ.λπ., η φιδοφωλιά των ανακτόρων σε αρμονική συνεργασία με τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου, ξεκίνησε το ροκάνισμα της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, αναζητώντας το εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα.
Στις περιπτώσεις αυτές, η υπονόμευση προϋποθέτει τη συνδρομή αποστατών. Οι άνθρωποι που για λογαριασμό των Ανακτόρων κινούσαν τα νήματα στους διαδρόμους των παρασκηνίων, ήταν ο βουλευτής Ανδρέας Συγγρός και ο Αντώνιος Βλαστός από τους μεγαλύτερους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες της περιόδου εκείνης. Ο Συγγρός ήταν το μάτι του βασιλιά Γεωργίου στη Βουλή και μαζί με τον Βλαστό πασίγνωστοι εγκάθετοι των ξένων κεφαλαιούχων στην Ελλάδα. Τελικά, οι ρουφιάνοι των ανακτόρων με τη συνδρομή των Βλαστού και Συγγρού, κατάφεραν να σχηματιστεί εντός του Κοινοβουλίου το διαβόητο “Τρίτο Κόμμα”, με ηγετικές φυσιογνωμίες τους Δ. Ράλλη, Κ. Κωνσταντόπουλο, Γ. Φιλάρετο, Α. Ευταξίας, Π. Μανέτας, κ.ά., που στη συνέχεια θα αποτελέσει τον κύριο κορμό της κυβέρνησης των αποστατών.
Σε κλίμα έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων και τρομακτικής επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, στις 18 Φεβρουαρίου του 1892 ο βασιλιάς έπαυσε την κυβέρνηση Δηλιγιάννη και όρισε πρωθυπουργό το στέλεχος του “Τρίτου Κόμματος” Κ. Κωνσταντόπουλο. Ο κοινοβουλευτικός βίος της κυβέρνησης Κωνσταντόπουλου υπήρξε βραχύς, γιατί η κυβέρνηση των αποστατών δεν είχε τη λαϊκή εντολή και η στήριξή της στη Βουλή βασιζόταν σε γυάλινα πόδια. Ο βασιλιάς Γεώργιος υποχρεώθηκε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 3 Μαΐου του 1892. Νικητής των εκλογών αναδείχτηκε ο Τρικούπης, ο οποίος και σχημάτισε κυβέρνηση. Από τον Μάιο του 1892 έως τον Δεκέμβριο του 1893, που η Ελλάδα πτώχευσε και κήρυξε στάση πληρωμών έναντι των πιστωτών της, το εξωτερικό χρέος συνέχιζε την ακάθεκτη ανοδική του πορεία και η κυβέρνηση Τρικούπη αναζητούσε εναγωνίως τη σύναψη νέου δανείου στις διεθνείς αγορές και βασικά στην χρηματαγορά του Λονδίνου. Απώτερη επιδίωξη ήταν με τη λήψη νέου δανείου, η Ελλάδα να αποπληρώσει παλαιότερα δάνεια και παράλληλα να καταβάλει τα τοκομερίδια στους ξένους κεφαλαιούχους. Η απαξίωση των ελληνικών χρεογράφων στις διεθνείς αγορές, είχε προκαλέσει την τρομακτική πτώση της ονομαστικής τους αξίας, με οδυνηρή συνέπεια τα επιτόκια των χρεογράφων να εκτιναχτούν σε επίπεδα γύρω στο 30%. Η επιβολή νέων φόρων στους δεινοπαθούντες πολίτες, ο αποκλεισμός της χώρας από τις ευρωπαϊκές αγορές χρήματος, τα δόλια παρασκηνιακά παίγνια των Βλαστού και Συγγρού σε βάρος της πατρίδας και υπέρ των συμφερόντων των ξένων πιστωτών, η υπονομευτική συμπεριφορά των ανακτόρων έναντι της νόμιμης κυβέρνησης, κ.λπ., εξώθησαν την κυβέρνηση Τρικούπη σε παραίτηση. Το “πιθάρι της Πανδώρας” άνοιξε και η χώρα μπήκε σε φάση μεγάλων δεινών.
Ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης παραιτήθηκε στις 3 Μαΐου του 1893 και ο βασιλιάς Γεώργιος ανέθεσε στον Σωτήριο Σωτηρόπουλο (1831-1898) τον σχηματισμό κυβέρνησης αποστατών. Αφορμή για την πρόωρη παραίτηση της κυβέρνησης Τρικούπη, αποτέλεσε η άρνηση του βασιλιά να υπογράψει για λογαριασμό της Ελλάδας, συμφωνία σύναψης δανείου ύψους 3.500.000 αγγλικών στερλινών, που με κόπο και κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων είχε εξασφαλίσει ο Τρικούπης από κεφαλαιούχους του Λονδίνου. Στυλοβάτης της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου ήταν ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Ράλλης (1844-1921). Στην κυβέρνηση των αποστατών συμμετείχαν σημαντικά πολιτικά ονόματα της περιόδου εκείνης, όπως οι Α. Ευταξίας, Ε. Κριεζής, Γ. Κόρπας, κ.ά. Ο δημαγωγός Θ. Δηλιγιάννης χαρακτήρισε τους αποστάτες της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου “σταυλίτας του βασιλέως”. Ο Σωτηρόπουλος ήταν έμπειρος και αξιόλογος οικονομολόγος. Υπήρξε αχώριστος οικογενειακός φίλος του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (1814-1883), στις κυβερνήσεις του οποίου διατέλεσε πέντε φορές υπουργός Οικονομικών. Πριν την ανάληψη των πρωθυπουργικών του καθηκόντων, ο Σωτηρόπουλος έκατσε οκτώ φορές στον θώκο του υπουργού Οικονομικών και εξελέγη τρεις φορές Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.
Το πρώτο μέλημα με την ανάληψη των πρωθυπουργικών του καθηκόντων ήταν η σύναψη εξωτερικού δανείου, κάτι το οποίο κατάφερε με τον οίκο “Χάμπρο” του Λονδίνου. Το συναφθέν δάνειο έμεινε γνωστό στην ιστορία με την ονομασία “δάνειο κεφαλαιοποιήσεως” (Founding). Ο όρος Founding καθιερώθηκε διεθνώς το 1891, όταν η Αργεντινή στην προσπάθειά της να αποφύγει την πτώχευση, υπέγραψε εξωτερικό δάνειο με το οποίο οι καθυστερούμενες οφειλές παρελθοντικών δανείων, κεφαλαιοποιήθηκαν με τίτλους νέου δανείου. Με το “δάνειο Χάμπρο” η μεθοδολογία Founding υιοθετήθηκε και στην περίπτωση της Ελλάδας. Δηλαδή, με το δάνειο Χάμπρο, η κυβέρνηση Σωτηρόπουλου μετέτρεψε καθυστερούμενα τοκομερίδια από συναφθέντα δάνεια των ετών 1881, 1884, 1889 και 1890 σε τίτλους νέου δανείου. Οι τίτλοι του δανείου Χάμπρο ονομάστηκαν “σκριπ”. Χρηματιστηριακοί κύκλοι του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου θεώρησαν τους τίτλους “σκριπ” αναξιόπιστους, με συνέπεια η Ελλάδα στο πρόσωπο της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου, να χάσει τη φερεγγυότητά της στις διεθνείς χρηματαγορές. Γάλλοι χρηματιστές υποστήριζαν ότι οι “τίτλοι σκριπ” ισοδυναμούν με “άθλια χρεοκοπία” της Ελλάδας. Στα χρηματιστηριακά κυκλώματα της Ευρώπης επικράτησε η άποψη, ότι, η συμφωνία της κυβέρνησης Σωτηρόπουλου με τον οίκο Χάμπρο, έκρυβε κάτω από το χαλί την πτώχευση της Ελλάδας και η χώρα μας εξαπάτησε τους ξένους κεφαλαιούχους που κατείχαν τα ελληνικά χρεόγραφα.
Κάτω υπό αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες, τα ελληνικά χρεόγραφα άρχισαν να κατρακυλούν στις ευρωπαϊκές χρηματαγορές, με αποτέλεσμα τα ονομαστικά τους επιτόκια να εκτιναχτούν στα ύψη. Η χώρα έπεφτε στον γκρεμό και η κυβέρνηση Σωτηρόπουλου παρακολουθούσε τα συντελούμενα δραματικά γεγονότα απαθής και παράλυτη. Τα Δημόσια Οικονομικά της Ελλάδας ήταν εκτός κυβερνητικού ελέγχου. Η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και για μια ακόμα φορά ο Τρικούπης απέβη ως η προσφορότερη λύση. Στις 30 Οκτωβρίου του 1893 σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τρικούπη. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Τρικούπης ακύρωσε το δάνειο Χάμπρο, αποσκοπώντας η Ελλάδα να επανακτήσει μέρος της αξιοπιστίας της στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Δυστυχώς, η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ήταν ανεξέλεγκτη και το εξωτερικό χρέος σχεδόν υπερδιπλάσιο του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Η Ελλάδα ήταν ανήμπορη να ανταπεξέλθει στις υπέρμετρες δαπάνες εξυπηρέτησης του γιγαντιαίου εξωτερικού της χρέους και μάλιστα σε σκληρό συνάλλαγμα. Τα κρατικά ταμεία δεν είχαν σταγόνα συναλλάγματος. Η χώρα ήταν πλήρως απομονωμένη από τις διεθνείς χρηματαγορές και θήραμα των ξένων κερδοσκόπων. Κάτω υπό αυτές τις συνταρακτικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, η Ελλάδα εξαναγκάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 να κηρύξει πτώχευση, αναστέλλοντας όλες τις πληρωμές της στο εξωτερικό. Το εξωτερικό χρέος της χώρας εκτιμάτο τον Δεκέμβριο του 1893 σε 199.000.000 δολάρια ή 172% του ΑΕΠ. Η πτώχευση του 1893 άνοιξε τους ασκούς των εθνικών περιπετειών.

Η πατρίδα χρεοκοπημένη και οι μεγάλες δυνάμεις πνέουν τα μένεα κατά της Ελλάδας. Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία θεώρησαν υποβολιμαία και βλαπτική για τα οικονομικά τους συμφέροντα, την αυτόβουλη πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τρικούπη να κηρύξει η Ελλάδα πτώχευση και άρα παύση πληρωμών απέναντι στους ξένους κεφαλαιούχους. Με την πτώχευση της χώρας, η αξία των ελληνικών χρεογράφων εκμηδενίστηκε και ουσιαστικά οι ξένοι και οι εγχώριοι κεφαλαιούχοι έχασαν τα λεφτά τους. Ο Τρικούπης επιδίωξε την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων με τους ξένους πιστωτές, ώστε να προσδιοριστούν οι όροι του πτωχευτικού διακανονισμού και η Ελλάδα να επανακτήσει στην Ευρώπη την χαμένη της αξιοπιστία. Οι κρατικές δαπάνες ήταν υπέρογκες, τα δημόσια έσοδα ανεπαρκέστατα και η χώρα διακαώς χρειαζόταν νέα δάνεια για την χρηματοδότηση των διογκούμενων ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού. Πώς να αυξηθούν όμως τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού και να συρρικνωθούν τα τρομακτικά δημοσιονομικά ελλείμματα, όταν η οικονομία ήταν βαλτωμένη στην ύφεση και οι δημόσιες δαπάνες ήταν δυσθεώρητες λόγω των τεράστιων στρατιωτικών δαπανών;
Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τις αναγκαίες πηγές χρηματοδότησης των κρατικών ελλειμμάτων, καθότι μετά την πτώχευση του Δεκεμβρίου 1893, η χώρα απομονώθηκε πλήρως από τις χρηματαγορές του Λονδίνου, του Παρισιού και του Βερολίνου. Η καταχρεωμένη και με δυσεπίλυτα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα φτωχή Ελλάδα, αντικειμενικά ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κολοσσιαίου εξωτερικού χρέους των 199.000.000 δολαρίων, που αποτελούσε το 172% του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας. Το εξωτερικό χρέος ήταν αδιανόητο να διαγραφεί μονομερώς από την Ελλάδα. Αποτελούσε αιτία πολέμου. Τα διδάγματα της ιστορίας σκληρά και αμείλικτα. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν, ούτε στο μέλλον, χώρες σαν την Ελλάδα, με πλήρη εξάρτηση από τις προστάτιδες δυνάμεις, έχουν την πολιτική-στρατιωτική-οικονομική ισχύ, να προβούν σε μονόπλευρη διαγραφή σημαντικού μέρους του εξωτερικού τους χρέους. Και μάλιστα όταν το εξωτερικό χρέος είναι 530 δις ευρώ, όπως εκτιμάται η συνολική αξία του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας το 2015.
Οι προστάτιδες δυνάμεις απαίτησαν από τον Τρικούπη την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στη χώρα μας, αποβλέποντας στην είσπραξη σημαντικού μέρους από τα έσοδα του ελληνικού κράτους. Για την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, οι μεγάλες δυνάμεις κινητοποίησαν εναντίον της κυβέρνησης Τρικούπη, τα φερέφωνα των ανακτόρων, τα ανδρείκελα του επιχειρηματικού κόσμου σαν τους Βλαστό και Συγγρό και πάσης φύσης πεμπτοφαλαγγίτες για την υπονόμευση και την υποταγή του Τρικούπη στις δόλιες απαιτήσεις τους. Διαπιστώνοντας ότι ο Τρικούπης δεν έπεφτε στην παγίδα της υποτέλειας, με δούρειους ίππους τον βασιλιά Γεώργιο, τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και αχυράνθρωπους του ντόπιου επιχειρηματικού κατεστημένου, άρχισαν να κινούν τα νήματα ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης. Στη μηχανορραφία αποπομπής του Τρικούπη από την πρωθυπουργία, είχαν ενεργή συμμετοχή και οι κύριοι πολιτικοί του αντίπαλοι, όπως οι Θ. Δηλιγιάννης, Δ. Ράλλης, Σ. Σωτηρόπουλος, Κ. Καραπάνος, Κ. Κωνσταντόπουλος, κ.ά.
Προστάτιδες δυνάμεις, ανακτορική καμαρίλα, πολιτικοί αντίπαλοι και μεγαλοεπιχειρηματίες, αφιερώθηκαν στην ανατροπή της κυβέρνησης Τρικούπη. Ο Θ. Δηλιγιάννης ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη σφηκοφωλιά των ανακτόρων, προκαλώντας την περαιτέρω επιδείνωση του ήδη βεβαρημένου πολιτικού κλίματος. Η λύσσα και το μίσος όλων στο πρόσωπο του Τρικούπη, υπήρξαν απύθμενα και αβυσσαλέα. Στο βρώμικο παιχνίδι ανατροπής του Τρικούπη μπήκε και ο στρατός. Τον Νοέμβριο του 1894 χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού ίδρυσαν την Εθνική Εταιρία, με σκοπό την ενεργή συμμετοχή της στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Ουσιαστικά καλλιεργήθηκε ένα οξύτατο κλίμα μίσους και φθόνου στο πρόσωπο του Τρικούπη, διχάζοντας έτσι τον ελληνικό λαό σε τρικουπικούς και αντιτρικουπικούς. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά την πτώχευση του 1893, η Γερμανία ενίσχυσε τις πολιτικοοικονομικές της σχέσεις με την Τουρκία, θίγοντας άμεσα τα εξωτερικά συμφέροντα της Ελλάδας. Κάτω υπό αυτές τις αποκαρδιωτικές συνθήκες, η Ελλάδα οδηγείτο σε εμφύλιο σπαραγμό και παράλληλα διάφορα κυκλώματα άρχισαν να καλλιεργούν ψυχροπολεμικό κλίμα στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία. Ο Τρικούπης στις 12 Ιανουαρίου του 1895 υποχρεώθηκε να υποβάλει την παραίτηση της κυβέρνησής του στο βασιλιά Γεώργιο. Ο βασιλιάς διόρισε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Δηλιγιάννη (1845-1910). Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 16 Απριλίου του 1895. Θριαμβευτής της εκλογικής αναμέτρησης αναδείχτηκε ο Θ. Δηλιγιάννης, το κόμμα του οποίου από τις 207 βουλευτικές έδρες έλαβε τις 150. Το κόμμα του Τρικούπη υπέστη πανωλεθρία κερδίζοντας μόλις 20 έδρες. Αξιομνημόνευτο είναι ότι ο Τρικούπης δεν εκλέχτηκε βουλευτής, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος της μακράς πολιτικής του καριέρας.

Οι εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 σήμαναν το τέλος της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη. Τον Απρίλιο του 1896 ταξιδεύοντας από Ριβιέρα προς Κάννες απέθανε από ποδάγρα, ασθένεια από την οποία πολύ υπέφερε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης, ο μεγάλος νικητής των εκλογών της 16ης Απριλίου 1895, σχημάτισε κυβέρνηση αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και το Υπουργείο Οικονομικών. Το πρώτο μέλημά του υπήρξε η διαχείριση της πτώχευσης του 1893. Η Ελλάδα ήταν πλήρως απομονωμένη από τις ευρωπαϊκές χρηματαγορές. Οι ξένοι δανειστές διεκδικούσαν την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλίσουν την αποπληρωμή των δανείων τους που είχαν χορηγήσει στη χώρα μας. Ο Δηλιγιάννης τον Ιούνιο του 1895 ίδρυσε ανεξάρτητη αρχή, με την ονομασία «Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας του Δημοσίου Χρέους», αποσκοπώντας στην εξεύρεση αποδεκτής λύσης από τους ξένους κεφαλαιούχους. Οι μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, που σαφώς υποστήριζαν τα συμφέροντα των ξένων πιστωτών, αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα και καχυποψία το νεοσυσταθέν Διοικητικό Συμβούλιο, γιατί τα μέλη του ήταν έλληνες διορισμένα από την κυβέρνηση Δηλιγιάννη.
Ωστόσο, η σύσταση ενός ξενόφερτου Διοικητικού Συμβουλίου θα ήταν απρεπής και ατιμωτική πράξη, γιατί η κυβέρνηση Δηλιγιάννη στα μάτια του ελληνικού λαού θα εμφανιζόταν υπόδουλη των προστάτιδων δυνάμεων. Οι διαπραγματεύσεις του συσταθέντος Διοικητικού Συμβουλίου με τους ξένους ομολογιούχους κράτησαν μέχρι τον Οκτώβριο του 1896. Στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων συμμετείχε και η Εθνική Τράπεζα με εκπρόσωπο τον διοικητή της Στέφανο Στρέιτ. Αν και τον Οκτώβριο του 1896 μεταξύ της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και των ξένων πιστωτών επήλθε οριστική συμφωνία, με την οποία ορίζονταν οι όροι και οι προϋποθέσεις εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας, εντούτοις η Συμφωνία αυτή ουδέποτε ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων. Ουσιαστικά, η Συμφωνία αυτή ναρκοθετήθηκε από τις μεγάλες πιστώτριες χώρες και ιδίως από τη Γερμανία, με αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης να ανακαλέσει την έγκρισή της.
Η αδυναμία εξεύρεσης συμβιβασμού μεταξύ της Ελλάδος και των ξένων πιστωτών, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες, που προκάλεσε τον ατυχή για την πατρίδα μας ελληνοτουρκικό πόλεμο τον Απρίλιο του 1897. Το οξύτατο Κρητικό ζήτημα ήταν η σπίθα έκρηξης της ελληνοτουρκικής σύρραξης. Από την πρώτη στιγμή η Αγγλία και η Γερμανία τάχθηκαν στο πλευρό της Τουρκίας. Η Ελλάδα μπήκε σε έναν πόλεμο χαμένο από χέρι. Η Τουρκία είχε την αμέριστη στρατιωτική και πολιτικοοικονομική συμπαράσταση της Αγγλίας και ιδίως της Γερμανίας. Πριν αρκετά χρόνια η Γερμανία είχε αναλάβει την εκπαίδευση του τουρκικού στρατού. Ουσιαστικά, η χώρα μας πήγαινε στον πόλεμο σαν αρνί επί σφαγή. Έγκριτοι συγγραφείς και ερευνητές σαν τον Ανδρέα Ανδρεάδη (1876-1935) έχουν υποστηρίξει, ότι, η Γερμανία με ύπουλο τρόπο παγίδευσε τη χώρα μας και την εξώθησε σε πόλεμο με την Τουρκία. Στον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέστη πανωλεθρία και εξαναγκάστηκε σε ταπεινωτική Συμφωνία με τους Οθωμανούς. Ταυτόχρονα, οι προστάτιδες δυνάμεις μας επέβαλαν τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ).
Στις 26 Φεβρουαρίου 1898, η κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαϊμη (1856-1936) έφερε προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων τη συμφωνία περί της επιβολής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Ο ΔΟΕ ήταν μια εξαμελής επιτροπή, με εκπροσώπους από τις κυριότερες πιστώτριες χώρες (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ρωσία και Αυστρία). Στους αποικιοκρατικούς όρους της συμφωνίας αυτής, η Ελλάδα με την εγγύηση των μεγάλων δυνάμεων θα ελάμβανε εξωτερικό δάνειο 6.800.000 χρυσών αγγλικών λιρών (ή 151.300.000 χρυσών γαλλικών φράγκων), εκ των οποίων τα 4.000.000 λίρες (95.000.000 χρυσά γαλλικά φράγκα) θα κατέβαλε ως αποζημίωση στους τούρκους για την εκκένωση των καταληφθέντων εδαφών. Οι Οθωμανοί παρέδωσαν τον Μάιο του 1898 στη χώρα μας τη Θεσσαλία και τα κατακτηθέντα εδάφη της Στερεάς Ελλάδος. Επειδή ο όρος “Έλεγχος” απηχούσε την υποτέλεια της Ελλάδος στις μεγάλες δυνάμεις, το 1899 με τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας, ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος μετονομάστηκε σε Διεθνή Οικονομική Επιτροπή (ΔΟΕ). Στη ΔΟΕ δόθηκε η δικαιοδοσία να λαμβάνει προσόδους, από τα εγχώρια μονοπώλια (άλατος, πυρείων, πετρελαίου, κ.ά.), από τις εισπράξεις τελωνείων (Πειραιώς, Πατρών, Βόλου, κ.ά.), από τα έσοδα χαρτοσήμου, κ.λπ. Συνεπώς, ο ΔΟΕ είχε την αρμοδιότητα να εισπράττει άνω του 50% των συνολικών εσόδων του ελληνικού κράτους, ώστε η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους στους ξένους πιστωτές να πραγματοποιείται απρόσκοπτα.

Στο δοκίμιο αυτό δεν είναι στις προτεραιότητές μας, η διερεύνηση των αιτιωδών παραγόντων που προκάλεσαν την εξευτελιστική ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία στον πόλεμο του 1897. Μολαταύτα, αυτή η ταπεινωτική ήττα είχε ως επονείδιστη συνέπεια την πλήρη πολιτική και οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας από τις προστάτιδες δυνάμεις και κυρίως από την Αγγλία και τη Γερμανία. Για να γίνει κατανοητό αυτό το καίριας σημασίας ιστορικό σημείο, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον Μάιο του 1897. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος έληξε με την ανακωχή της 22ας Μαΐου 1897. Στα διπλωματικά παρασκήνια και κατά τη διάρκεια κατάρτισης του κειμένου με τους όρους της προκαταρκτικής Συνθήκης Ειρήνης, για λογαριασμό της ηττημένης Ελλάδας οι προστάτιδες δυνάμεις διεξήγαγαν τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1897 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπεγράφη η προκαταρκτική Συνθήκη Ειρήνης, που περιελάμβανε 12 άρθρα. Η τελική Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών υπεγράφη στις 22 Νοεμβρίου 1897. Στα πλαίσια των όρων της Συνθήκης Ειρήνης, προβλεπόταν η καταβολή αποζημίωσης της Ελλάδας προς την Τουρκία 4.000.000 χρυσών αγγλικών λιρών ή 95.000.000 χρυσών γαλλικών φράγκων και η δημιουργία της επιτροπής Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ). Με την αποζημίωση αυτή, τα κατακτηθέντα από τους τούρκους εδάφη της Θεσσαλίας και άλλων περιοχών θα επιστρέφονταν στην Ελλάδα.
Με τη συγκεκριμένη Συνθήκη Ειρήνης, οι μεγάλες δυνάμεις έδεναν χειροπόδαρα την Ελλάδα. Οι λόγοι προφανείς. Η χώρα μας γινόταν ανδράποδο της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, λόγω του ότι μόνο με τη σύναψη νέου εξωτερικού δανείου, θα μπορούσε να εξασφαλιστεί το ποσό των 4.000.000 χρυσών αγγλικών λιρών για την αποζημίωση της Τουρκίας. Πώς όμως η Ελλάδα θα ελάμβανε νέα εξωτερικά δάνεια, αν προηγουμένως δεν ρύθμιζε τα παλαιά της χρέη, που έμεναν σε εκκρεμότητα από την πτώχευση του 1893; Σαφές είναι ότι από τη λήψη νέων εξωτερικών δανείων, εξαρτάτο η επανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας. Κατ’ ουσία, με τους οικονομικούς όρους της Συνθήκης Ειρήνης, η Ελλάδα έχανε την οικονομική της ανεξαρτησία και καθίστατο υποχείριο των μεγάλων δυνάμεων. Οι όροι του ελέγχου και οι αρμοδιότητες των μελών της εξαμελούς επιτροπής ΔΟΕ, ψηφίστηκαν με νόμο στη Βουλή τον Φεβρουάριο του 1898. Η επιτροπή του ΔΟΕ ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά της τον Απρίλιο του 1898. Το μέγεθος της δουλοφροσύνης και η υποτακτική νοοτροπία της ανακτορικής αυλής και του εγχώριου πολιτικού προσωπικού, πιστοποιείται από τη θλιβερή διαπίστωση ότι οδοί στο κέντρο των Αθηνών και άλλων πόλεων της χώρας, φέρουν το όνομα μελών της επιτροπής του ΔΟΕ, με δεσπόζων το όνομα του πρώτου προέδρου της Εδουάρδου Λω (Edward Law).
Μετά το 1898 η Ελλάς άρχισε να επανακτά σταδιακά την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών. Την περίοδο 1898-1909 η αποτελεσματικότητα στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις του Γεωργίου Θεοτόκη (1844-1916), συνέβαλε ώστε η ελληνική οικονομία να μπει σε αναπτυξιακή τροχιά και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας να σημειώσει σημαντική βελτίωση. Παρά ταύτα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν και ο ΔΟΕ έμεινε στην Ελλάδα 81 χρόνια (καταργήθηκε με νόμο το 1978), εντούτοις η τεχνοκρατική του συγκρότηση, σε συνδυασμό με τις αναμφισβήτητες ικανότητες ορισμένων μελών του, συνέβαλαν ώστε ο ΔΟΕ να παίξει θετικό ρόλο στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι εξαίρετες ικανότητες του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη και του υπουργού Οικονομικών Ανάργυρου Σιμόπουλου, υπήρξαν οι θεμελιώδεις παράγοντες που συνέβαλαν στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Ο Γεώργιος Θεοτόκης υπήρξε συνεχιστής του πρωτοποριακού κυβερνητικού έργου του Χαρίλαου Τρικούπη και πέτυχε εκεί που στο παρελθόν είχαν αποτύχει όλοι οι προκάτοχοί του, δηλαδή να συντελέσει στην πολυπόθητη εξυγίανση και πειθαρχία των Δημοσίων Οικονομικών της Ελλάδας.
Ο Θεοτόκης υπήρξε αρκετές φορές υπουργός σε κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη. Διαδέχτηκε τον Τρικούπη στην ηγεσία του κόμματος και θεωρείται επάξιος συνεχιστής του κυβερνητικού του έργου. Το 1886 ως υπουργός των Ναυτικών σύναψε συμφωνία με τη Γαλλία, για τη ναυπήγηση των θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Μεταξύ των ετών 1899 και 1909 υπήρξε για επτά χρόνια πρωθυπουργός της χώρας. Ο Θεοτόκης πίστευε στη Μεγάλη Ιδέα και σε μια Ελλάδα που στα γεωγραφικά της όρια, θα περιελάμβανε την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Προέβλεψε ότι Ελλάδα και Τουρκία θα έλυναν στο μέλλον τις διαφορές τους με την χρήση των όπλων και ότι η συμβολή του ναυτικού θα ήταν καθοριστική στην τελική έκβαση του πολέμου. Γι’ αυτό, έδωσε προτεραιότητα στην αναδιοργάνωση του στρατού και την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύς της χώρας. Στα επιτεύγματα της κυβερνητικής του πολιτικής συγκαταλέγεται η ενίσχυση του Μακεδονικού αγώνα. Μερίμνησε για την καταβολή προκαταβολής για την αγορά του θωρηκτού Αβέρωφ, το οποίο θα αποτελούσε την αιχμή του δόρατος της ελληνικής στρατιωτικής μηχανής στους μετέπειτα πολέμους.
Επί των ημερών της πρωθυπουργίας του, ο κρατικός προϋπολογισμός ήταν συνήθως πλεονασματικός και τα εξωτερικά δάνεια εξυπηρετούντο με συνέπεια. Στην προσπάθεια βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών, πρωτεύοντα ρόλο είχε ο Ανάργυρος Σιμόπουλος (1837-1908). Ο Σιμόπουλος διετέλεσε υπουργός των Οικονομικών την περίοδο 1899-1907 και θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος υπουργός επί των Οικονομικών της νεώτερης Ελλάδος. Επί των ημερών της υπουργίας του, ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσίαζε αξιόλογα πλεονάσματα, κάτι το οποίο δεν έχει διαπιστωθεί σε καμία άλλη αντίστοιχη φάση της νεώτερης οικονομικής μας ιστορίας. Την περίοδο 1899-1907 τα συνολικά πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν στο εντυπωσιακό ποσό των 102.500.000 δραχμών, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων Θεοτόκη με υπουργό οικονομικών τον Σιμόπουλο.
Την περίοδο 1898-1910, η συνολική ονομαστική αξία των συναφθέντων εξωτερικών δανείων ανήλθε σε 336.800.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. Το τελικό ποσό των δανείων όμως που εισέπραξε η χώρα και αντανακλά την πραγματική τους αξία, διαμορφώθηκε σε 306.900.000 φράγκα. Με απώτερη επιδίωξη την αποδοτικότητα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, τα κεφάλαια αυτά αξιοποιήθηκαν για την στρατιωτική ενδυνάμωση της χώρας, την εξυπηρέτηση των ταμειακών υποχρεώσεων έναντι της Τουρκίας από τον ατυχή πόλεμο του 1897, την χρηματοδότηση επενδυτικών έργων υποδομής, κ.λπ. Η κυβέρνηση Θεοτόκη κατάφερε το ακατόρθωτο, να ισοσκελίσει τους κρατικούς προϋπολογισμούς και η Ελλάδα να είναι συνεπέστατη στην εξυπηρέτηση των δανείων της απέναντι στους ξένους πιστωτές. Ακόμα και τα μέλη της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής εξεπλάγησαν με την γρήγορη εξισορρόπηση των Δημοσίων Οικονομικών της χώρας, κάτι το οποίο επισήμαναν σε γραπτά τους κείμενα.
Ο Θεοτόκης υπήρξε διορατικός, μεθοδικός, ρεαλιστής, διαλλακτικός και οραματιστής. Στα θετικά της προσωπικότητάς του είναι ότι κατάφερε να διατηρεί εξισορροπητικές σχέσεις με το βασιλιά και με τους αυλοκόλακες της ανακτορικής αυλής. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική αστάθεια και ο συχνός υποβολιμαίος ρόλος των ανακτόρων, δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σύνολο του άρτιου και μεγαλεπήβολου κυβερνητικού του προγράμματος. Αν και η τέταρτη πρωθυπουργία του μεταξύ 8 Δεκεμβρίου 1905 και 7 Ιουλίου 1909 χαρακτηρίζεται επιτυχής, γεγονός είναι ότι η διαφθορά στη δημόσια ζωή, οι αθεράπευτες πληγές στο κορμί της ελληνικής κοινωνίας από τον ατυχέστατο πόλεμο του 1897, η προσπάθεια χειραγώγησης του στρατού από την ανακτορική αυλή, τα προκλητικά βουλευτικά ρουσφέτια, κ.λπ., προκάλεσαν το επαναστατικό κίνημα στο Γουδί τον Αύγουστο του 1909. Το κίνημα στο Γουδί οργανώθηκε και εκτελέστηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος αποτελείτο από κατώτερους αξιωματικούς, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά (1844-1920). Μετά την ανατροπή του φεουδαρχικού κομματικού κατεστημένου και την προκήρυξη εκλογών για Αναθεωρητική Βουλή, ο Σύνδεσμος εκπλήρωσε το έργο του και διαλύθηκε τον Ιανουάριο του 1910.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936) υπήρξε αρχικά πολιτικός σύμβουλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου και από τον Οκτώβριο του 1910 και μέχρι το θάνατό του, θα αποτελέσει την κυρίαρχη προσωπικότητα στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Θεοτόκης τοποθετείται στο ίδιο κάδρο με τους Καποδίστρια, Τρικούπη και Βενιζέλο. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΔ, σελ. 190) υπογραμμίζει: «Το έργο του Θεοτόκη και το έργο της Επαναστάσεως και του Βενιζέλου, αποτελούν μια συνεχή και συνεπή προσπάθεια υπεύθυνων πολιτικών για την πολεμική προπαρασκευή της χώρας, δεν μπορούν να κριθούν κεχωρισμένα και οι εκτελεστές τους είναι εξίσου σχεδόν άξιοι της εθνικής ευγνωμοσύνης».
Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε σε σειρά επτά άρθρων στην αδέσμευτη εφημερίδα Kontranews και αποτελεί μέρος υπό έκδοση βιβλίου μου.

Advertisements
This entry was posted in Δημόσια Οικονομικά, Ελληνική Κρίση, Ελληνική Οικονομία, Χρεοκοπίες Ελληνικού Κράτους, Kontranews. Bookmark the permalink.