Το λόμπυ της δραχμής οφείλει και πρέπει να κάνει επιστημονικό διάλογο

Στην διεθνή οικονομία εκτιμάται ότι κυκλοφορούν σήμερα τουλάχιστον 170 νομίσματα. Όπως ένα άτομο, μια οικογένεια, μια επιχείρηση χρειάζονται χρήμα για τις συναλλαγές τους, έτσι και οι τουλάχιστον 220 χώρες και κρατίδια με μερική ανεξαρτησία της υφηλίου, χρειάζονται χρήμα για τις διεθνείς εμπορικές τους συναλλαγές. Το “διεθνές χρήμα” ή “συνάλλαγμα” (foreign exchange) που μια χώρα έχει ανάγκη για τη διεξαγωγή των εμπορικών της συναλλαγών με άλλες χώρες, μπορεί να είναι ευρώ, αμερικανικά δολάρια, ιαπωνικά γιεν, ελβετικά φράγκα, αγγλικές στερλίνες, κ.λπ. Το συνάλλαγμα (ή διεθνές χρήμα) είναι κάποιο νόμισμα το οποίο είναι αποδεκτό στις διεθνείς αγορές χρήματος. Η “ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία” (nominal exchange rate) αποτελεί ένα δείκτη, με βάση τον οποίο η τιμή ενός νομίσματος εκφράζεται σε όρους ενός άλλου νομίσματος. Άρα, “η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία ενός νομίσματος είναι η αξία που έχει το νόμισμα αυτό σε μια άλλη χώρα”. Πολλαπλασιάζοντας την τιμή ενός ξένου προϊόντος με τη συναλλαγματική ισοτιμία, υπολογίζεται η η ονομαστική αξία του προϊόντος αυτού στην εγχώρια αγορά. Για παράδειγμα, αν ένα επιβατικό αυτοκίνητο πωλείται στις ΗΠΑ 20.000 δολάρια ($) και η τρέχουσα συναλλαγματική δολαρίου-ευρώ είναι 1,12, συνάγεται ότι το αυτοκίνητο αυτό θα πρέπει να πωλείται στην Ελλάδα 22.400 € (20.000$×1,12=22.400 €).
Η “συναλλαγματική πολιτική” αποτελεί μια από τις επιμέρους πολιτικές της “συνολικής νομισματικής πολιτικής”. Ένα θέμα που άπτεται της συναλλαγματικής πολιτικής και παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον, είναι πως η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος μιας χώρας, επηρεάζει το εξαγωγικό και το εισαγωγικό της εμπόριο. Σύμφωνα με την οικονομική θεωρία, όταν το εθνικό νόμισμα μιας χώρας υποτιμάται, από τη μια μεριά, η τιμή των εξαγόμενων προϊόντων μειώνεται και άρα αναμένεται η αύξηση των εξαγωγών της, και από την άλλη, η τιμή των εισαγόμενων προϊόντων αυξάνει και συνεπώς προβλέπεται η ελάττωση των εισαγωγών της. Δηλαδή, η υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος συντελεί στην άνοδο των εξαγωγών και στη μείωση των εισαγωγών, συμβάλλοντας έτσι στην δημιουργία πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο, καιροσκόποι έλληνες πολιτικοί και αλμπάνηδες οικονομολόγοι, αγνοούν ότι η υποτίμηση του νομίσματος για να συμβάλει στην εμφάνιση πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μέσω της αύξησης των εξαγωγών και της μείωσης των εισαγωγών, θα πρέπει στη χώρα που υποτιμά το εθνικό της νόμισμα να ισχύει η Συνθήκη Marshall-Lerner (Marshall-Lerner Condition). Σε ερευνητικές εργασίες του υποφαινομένου σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, έχει αποδειχτεί ότι στην περίπτωση της Ελλάδας και όταν το εθνικό μας νόμισμα ήταν η δραχμή, δεν ίσχυε η Συνθήκη Marshall-Lerner. Γι’ αυτό, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσίαζε διαχρονικά διογκούμενα ελλείμματα, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη συνεχή ανοδική τάση του εξωτερικού και κατά προέκταση του δημοσίου χρέους της χώρας.

Τα στατιστικά στοιχεία του πίνακα προέρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα, η συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου πιστοποιεί, ότι, μετά το 2001 το ευρώ είναι το ανατιμημένο νόμισμα έναντι του δολαρίου στις διεθνείς χρηματαγορές. Σε συνθήκες ανατιμητικών τάσεων του ευρώ έναντι του δολαρίου, παρατηρούμε ότι την περίοδο 2001-2008, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδας από 33,7 αυξήθηκαν σε 53,9 δις € και οι εισαγωγές από 46,1 εκτοξεύτηκαν σε 80,8 δις €. Οι κύριοι Λαφαζάνης, Λαπαβίτσας, Στρατούλης και όσοι παριστάνουν τους δραχμοταχυδακτυλουργούς, μπορούν να μας απαντήσουν στο ερώτημα, γιατί την περίοδο 2001-2008, που το ευρώ ανατιμάτο στις διεθνείς χρηματαγορές, τόσο οι ελληνικές εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές σημείωναν ταυτόχρονη ανοδική τάση; Το λόμπυ της δραχμής οφείλει και πρέπει να κάνει επιστημονικό διάλογο και να μην ταυτίζει τη δραχμή με το θαυματουργό νερό του Καματερού. Όπως σε προηγούμενες επιφυλλίδες έχουμε εξηγήσει, το νόμισμα είναι ουδέτερο στην οικονομία, με την έννοια ότι από μόνο του δεν επηρεάζει το οποιοδήποτε μακροοικονομικό μέγεθος μιας χώρας. Το νόμισμα ως φυσική ύπαρξη ουδεμία σχέση έχει με την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Τα μακροοικονομικά μεγέθη επηρεάζονται και μεταβάλλονται μόνο από πολιτικές, όπως είναι η δημοσιονομική, η εισοδηματική, η νομισματική και η αναπτυξιακή πολιτική.
Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην KONTRANEWS (3.8.2015)

Advertisements
This entry was posted in ΔΡΑΧΜΗ-ΕΥΡΩ, Kontranews. Bookmark the permalink.