Ο Εναλλακτικός Δρόμος (ΜΕΡΟΣ Β’)

Πριν προβούμε στην παρουσίαση των κατευθυντήριων γραμμών και των μέτρων της προτεινόμενης εναλλακτικής (μακρο)οικονομικής πολιτικής, θα πρέπει να σχολιάσουμε την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η οικονομική ιστορία της Ελλάδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιλαμβάνει τις υποπεριόδους 1948-1980 και 1980-2015, που παρουσιάζουν διαφορετικές μακροοικονομικές επιδόσεις. Το πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου 1948-1980, είναι ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της χώρας ανήλθε σε 6,2%, σε αντιδιαστολή με την περίοδο 1980-2015 που ο αντίστοιχος μέσος αναπτυξιακός ρυθμός διαμορφώθηκε μόλις σε 0,9%. Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, σχετίζεται με το γεγονός ότι την περίοδο 1948-1980, το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ ουδέποτε υπερέβη το 27%, σε αντίθεση με την περίοδο 1980-2015, που ο λόγος χρέος κεντρικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ από 20,4% εκτιμάται σε 183%.
Την περίοδο 1948-1980 το ποσοστό ανεργίας σπάνια υπερέβαινε το 6%. Οι υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί και το εκτεταμένο μεταναστευτικό ρεύμα στο εξωτερικό της περιόδου 1950-1975, συνέβαλαν ώστε τα εγχώρια ποσοστά ανεργίας να κυμαίνονται γύρω στο 6%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού) και της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή), το 1980 το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας ήταν μόλις 2,4%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 89.000 ανέργους. Από την άλλη μεριά, οι ικανοποιητικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της περιόδου 1948-1980 έδιναν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να συλλέγουν τους απαιτούμενους φορολογικούς πόρους και στη συνέχεια να χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους, με επακόλουθο ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα.
Μετά το 1980 παρατηρείται η δραματική μεταβολή του σκηνικού. Η ελληνική οικονομία την περίοδο 1980-1994 ήλθε αντιμέτωπη με το φάσμα του στασιμοπληθωρισμού, με αναπόφευκτη συνέπεια την τρομακτική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Την περίοδο αυτή το μέσο ποσοστό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ανά απασχολούμενο διαμορφώθηκε μόλις σε 0,5%, το μέσο ποσοστό ανεργίας προσέγγιζε το 10% και τα μέσα επίπεδα του πληθωρισμού υπερέβαιναν το 15%. Η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης ήταν αναπόφευκτη. Την περίοδο 1980-1994 το συνολικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από 29,9% εκτινάχτηκε σε 117,5%. Η περίοδος 1994-2007 χαρακτηρίζεται για τους αξιόλογους ρυθμούς ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ. Κατά τη φάση 1994-2007, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της εθνικής μας οικονομίας ανήλθε σε 3,8% και το μέσο ποσοστό ανεργίας κυμάνθηκε κάτω από το 9%. Ο λόγος του συνολικού δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ από 117,5% το 1994 ανέβηκε στο 127,9% το 2007. Η ανοδική τάση του δημοσίου χρέους σε συνθήκες ικανοποιητικών αναπτυξιακών ρυθμών, οφείλεται στα μικρά πρωτογενή πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού.
Την περίοδο 1994-2008 η γενική κυβέρνηση για εννέα ημερολογιακά έτη είχε πρωτογενή πλεονάσματα σωρευτικής αξίας 32,4 δις €. Παρά την ύπαρξη πρωτογενών πλεονασμάτων κατά την περίοδο 1994-2008, το χρέος της γενικής κυβέρνησης από 91,0 εκτινάχτηκε σε 262,3 δις €. Δηλαδή, την περίοδο 1994-2008, που ο μέσος αναπτυξιακός ρυθμός της χώρας ήταν 3,6%, σε απόλυτες τιμές το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε 2,88 φορές. Μετά το 2008 διαπιστούται η συγκλονιστική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση παρατεταμένης κρίσης, που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009, προκάλεσε έμμεσα τη διεύρυνση του υφεσιακού ρήγματος, με αποτέλεσμα την περίοδο 2008-2015 η συνολική ελάττωση του πραγματικού ΑΕΠ να εκτιμάται σε -33%. Η διεθνής οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009 αποκάλυψε τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τα γυάλινα πόδια στα οποία στηριζόταν.
Σε συνθήκες εντεινόμενης ύφεσης, την περίοδο 2008-2014 το ποσοστό ανεργίας από 7,6% εκτοξεύτηκε σε 26,5% και εκτιμάται σε 27% το 2015. Η επιδείνωση των Δημοσίων Οικονομικών είναι δραματική, με αποκορύφωμα τις πτωχεύσεις της χώρας τον Μάιο του 2010, τον Φεβρουάριο του 2012 και τον Ιούλιο του 2015. Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ από 108,3% το 2008 προβλέπεται σε 186,5% το 2015. Αν και κατά τη διάρκεια του 2012 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κουρεύτηκε δύο φορές και το χρέος μειώθηκε συνολικά 138 δις ευρώ, ωστόσο το απόλυτο μέγεθος τους χρέους από 280,3 δις ευρώ τον Μάρτιο 2012, προβλέπεται σε 327 δις ευρώ τον Δεκέμβριο 2015. Όσο η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα παρατείνεται, τόσο το κρατικό χρέος θα αυξάνει ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και η πατρίδα μας θα βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπη με το φάσμα των αλυσιδωτών χρεοκοπιών.
Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στην Kontranews (20.7.2015)

Advertisements
This entry was posted in Ανταγωνιστικότητα & Οικονομική Ανάπτυξη, Ελληνική Οικονομία, Kontranews. Bookmark the permalink.