Για μια ριζοσπαστική και αποφασιστική οικονομική πολιτική

Όσοι δεν έχουν επιλεκτική μνήμη ενθυμούνται, ότι, μερικές μέρες μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (Σεπτέμβριος 2014), ο κ. Δραγασάκης αναφέρθηκε στην υλοποίηση ενός επενδυτικού προγράμματος από τον ΣΥΡΙΖΑ της τάξης των 5 δις ευρώ (€), χωρίς όμως να εξηγήσει από ποιες πηγές θα αντληθούν αυτοί οι χρηματικοί πόροι. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πει ορθά κοφτά ότι τα επενδυτικά έργα των 5 ή των 10 δις €, θα χρηματοδοτηθούν με τραπεζικά κεφάλαια, κάτι το οποίο είναι εφικτό και συμβαδίζει με τους κανόνες της ελεύθερης χρηματαγοράς. Παράλληλα, ο συνάδελφος καθηγητής κ. Μηλιός στην προσπάθειά να ενισχύσει τα λεγόμενα του κ. Δραγασάκη, στον τηλεοπτικό σταθμό Mega είχε υποστηρίξει τα εξής: «Είμαστε σίγουροι ότι σε πάρα πολύ σύντομο χρόνο, μπορούμε να συλλέξουμε από την φοροδιαφυγή ένα ποσό γύρω στο 50%. Σε λίγο χρόνο θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν έσοδα της τάξης των 5 δις €».

Άξονες Οικονομικής Πολιτικής

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι κυβέρνηση. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υλοποιήσει σήμερα, αυτά που ο κ. Δραγασάκης υποστήριζε πριν από τρεις μήνες; Τα μέλη του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ, όταν αναφέρονται σε καίριας σημασίας θέματα της εθνικής οικονομίας και μάλιστα όταν πρόκειται για διαχρονικά οικονομικά προβλήματα σαν την φοροδιαφυγή, οφείλουν να επιδεικνύουν σοβαρότητα και τεχνοκρατική επάρκεια. Διαφορετικά, ταυτίζονται με τις άθλιες τεχνοκρατικές λογικές των κυρίων Στουρνάρα, Καραβίτη, κ.ά., που είχαν επινοήσει τον ΕΝΦΙΑ και ρεζίλεψαν το επάγγελμα του οικονομολόγου. Κοινή είναι η διαπίστωση ότι το σύνολο των ελληνικών κομμάτων, που βρίσκονται στον προθάλαμο της κυβερνητικής εξουσίας, υπόσχονται την αύξηση των κρατικών εσόδων από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και γενικά την πάταξη των έκνομων παραοικονομικών δραστηριοτήτων. Όσοι έχουν διερευνήσει σε βάθος τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, έχουν κατανοήσει ότι άνομες παραοικονομικές δραστηριότητες σαν την φοροδιαφυγή, αποτελούν δομικό-ενδογενές χαρακτηριστικό πολλών οικονομικών κλάδων και σε μεγάλο βαθμό διέπουν τη νοοτροπία και την οικονομική συμπεριφορά του νεοέλληνα. Δεν είναι τυχαίο ότι από έτους ίδρυσης (1830) του νεώτερου ελληνικού κράτους, όλες οι κυβερνήσεις υπόσχονταν την εξάλειψη της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και των υπόλοιπων άνομων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Με γνώμονα τα διδάγματα της ελληνικής οικονομικής ιστορίας, οι κατευθυντήριες γραμμές ενός προγράμματος οικονομικής πολιτικής, θα πρέπει να βασίζεται στους ακόλουθους τρεις βασικούς άξονες: 1) Εθνική Πρόταση για την Οικονομία, που θα ποσοτικοποιεί με τεχνοκρατική λογική, την εξέλιξη των κύριων μακροοικονομικών δεικτών κατά την επόμενη δεκαπενταετία. Ουσιαστικά, η Εθνική Πρόταση για την Οικονομία είναι ένα πρόγραμμα μακροοικονομικής πολιτικής, για την ανάπτυξη και τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, έχοντας ως πρωταρχικό στόχο την επίτευξη της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Για το σκοπό αυτό, θα μπορούσε να θεσπιστεί η εκπόνηση πενταετών ή δεκαετών “προγραμμάτων αναπτυξιακής-σταθεροποιητικής πολιτικής” από το ΚΕΠΕ και την Τράπεζα της Ελλάδος, στην υλοποίηση των οποίων θα είχαν ενεργό συμμετοχή οι κοινωνικοί εταίροι και ορισμένοι άλλοι θεσμικοί φορείς. 2) Την υιοθέτηση βραχυπρόθεσμων μέτρων πολιτικής με αίσθημα ισότητας και δικαίου, που θα συνέβαλαν στην άμεση αύξηση των κρατικών εσόδων. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν θα επιβάρυνε τα γνωστά θύματα των βάναυσων μνημονιακών πολιτικών, δηλαδή μισθωτούς, συνταξιούχους και ειλικρινείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Απεναντίας, τα συγκεκριμένα μέτρα εισπρακτικού χαρακτήρα θα αφορούσαν τους καρεκλοκένταυρους του πολιτικού-κομματικού κατεστημένου, δηλαδή τους καθεστωτικούς έχοντες και κατέχοντες. 3) Κατασταλαγμένα μέτρα πολιτικής για την εξυγίανση των εγχώριων συστημικών τραπεζών. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, καθότι οι εκάστοτε κεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών τροφοδοτούν την ανοδική τάση του δημοσίου χρέους και παράλληλα οι τράπεζες συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην κάλυψη των διαχειριστικών ελλειμμάτων του ελληνικού δημοσίου.

Δικομματική Φατριοκρατία
Ωστόσο, η κυριότερη πτυχή του οδικού χάρτη για την εθνική μας οικονομία, είναι η άμεση εφαρμογή μέτρων εισπρακτικού χαρακτήρα, με κοινωνικά δίκαιη και τεχνοκρατικά τεκμηριωμένη διαδικασία, ώστε να εισρεύσουν χρηματικοί πόροι στον ελλειμματικό κρατικό κουμπαρά. Τα προτεινόμενα μέτρα εισπρακτικού χαρακτήρα, δεν θα επιβαρύνουν τις κοινωνικές τάξεις του πληθυσμού (μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κ.ά.) που έχουν συντριβεί από τις ισοπεδωτικές μνημονιακές πολιτικές, αλλά τους έχοντες και κατέχοντες της δικομματικής νομενκλατούρας, που είχαν τα κυβερνητικά ηνία κατά την περίοδο 1974-2014. Με την προϋπόθεση ότι υπάρχει η πολιτική βούληση, οι προύχοντες του κομματικού-πολιτικού κατεστημένου, μπορούν να τροφοδοτούν από τις ξαπλώστρες της Μυκόνου, τουλάχιστον με 2 δις € ετησίως τον κρατικό κουμπαρά. Ποιοι έχουν τα χρήματα να πληρώνουν κάθε ξαπλώστρα 250 ή 300 € για μερικές ώρες, να πίνουν τις σαμπάνιες ντομ περινιόν, να ρουφάνε τη σκόνη των 120 € ανά γραμμάριο, να σπαταλούν για ντόλτσε βίτα πολλές χιλιάδες € και γενικά να κάνουν διακοπές ιλουστρασιόν; Πασιφανές είναι ότι μόνο τα κομματόσκυλα, οι καρεκλοκατακτητές της εξουσίας και οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες του δικομματικού κατεστημένου, έχουν την οικονομική δυνατότητα να προβαίνουν σε τέτοιες κρεπάλες. Αυτοί έχουν άφθονο λίπος για κάψιμο. Όσα και να τους πάρει το κράτος, έχουν τους τρόπους να πολλαπλασιάζουν τα πακέτα στις τσέπες και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους.
Στην πρώτη γερμανική κατοχή (1941-1944), οι έχοντες και κατέχοντες ήταν οι μαυραγορίτες, οι εταιρίες που έκαναν τα έργα υποδομής των γερμανών, οι ξενοδόχοι στις μονάδες των οποίων οι γερμανοί τραυματίες πολέμου έκαναν αποθεραπεία, οι έμποροι εισαγωγείς προϊόντων από το εξωτερικό και ιδίως από τη Γερμανία, κ.λπ. Στην εποχή των μνημονίων, δηλαδή στην περίοδο της δεύτερης γερμανικής κατοχής, οι έχοντες και κατέχοντες είναι οι μιζαδόροι, οι μεσάζοντες, οι θεσιθήρες, οι βαρώνοι των κρατικών προμηθειών και των δημοσίων έργων και γενικά όλο το συνοθήλευμα της δικομματικής φατριοκρατίας και των λοιπών προοδευτικών δυνάμεων. Με τους συντηρητικότερους υπολογισμούς, στην εύπορη τάξη της εγχώριας πλουτοκρατίας ανήκουν τουλάχιστον 400.000 άτομα, όπως πολιτικοί, κομματικοί θεσιθήρες, εφοπλιστές, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες, μεγαλοδημοσιογράφοι, γιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, στελέχη τραπεζών, περιφερειάρχες, δήμαρχοι, μεσάζοντες πολυεθνικών εταιριών, ξενοδόχοι, εισοδηματίες, τσιφλικάδες, κ.ά Τα νόμιμα και τα παράνομα ετήσια εισοδήματα της εγχώριας πλουτοκρατίας των 400.000 ατόμων, εκτιμώνται τουλάχιστον σε 100 δις ευρώ. Η κυβέρνηση ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ που εννοείται ότι θα ασκήσει την οικονομική της πολιτική με αίσθημα δικαίου, οφείλει να δώσει το καλό παράδειγμα, επιβάλλοντας έκτακτη εισφορά στα νόμιμα εισοδήματα της ντόπιας κομματοκρατίας-πλουτοκρατίας. Η κάστα της κομματικής-πολιτικής πλουτοκρατίας δύναται να συνεισφέρει στον κρατικό κουμπαρά, όχι δύο, αλλά τουλάχιστον πέντε δις ευρώ κάθε χρόνο. KONTRANEWS 8.2.2015

Advertisements
This entry was posted in Ανταγωνιστικότητα & Οικονομική Ανάπτυξη, Ελληνική Οικονομία, Kontranews. Bookmark the permalink.