«Υπεραξίες και Χρέη Κλονίζουν την Παγκόσμια Οικονομία»

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» το Σεπτέμβριο του 2010

Η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική ύφεση παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τη δραματική κρίση της περιόδου 1929-1933. Αμφότερες οι κρίσεις ξέσπασαν στις ΗΠΑ και στη συνέχεια διαδόθηκαν στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της διεθνούς οικονομίας. Όταν το Σεπτέμβριο του 1929 το οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ άρχισε να βυθίζεται στο τέλμα της ύφεσης, αρκετοί εκ των διασημότερων Αμερικανών οικονομολόγων της εποχής εκείνης, θεώρησαν ότι η κρίση θα είχε μικρή χρονική διάρκεια και θα περιοριζόταν μόνο στην Αμερική. Ωστόσο, η εξέλιξη των γεγονότων τους διέψευσε.

 Ιστορικά Διδάγματα

Το κτύπημα που δέχτηκε η αμερικανική οικονομία υπήρξε τόσο ισχυρό, ώστε το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) σε τρέχουσες τιμές ήταν το 1938 χαμηλότερο από το 1929 και το ποσοστό ανεργίας υπερέβαινε σταθερά το 15%. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ σε τρέχουσες τιμές το 1929 ήταν 108 δισεκ. δολάρια, απόλυτο μέγεθος που προσεγγίστηκε το 1939. Από την άλλη μεριά, το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές την περίοδο 1929-1939 μειώθηκε περίπου -30%, αποτυπώνοντας τις τεράστιες διαστάσεις της κρίσης στους διάφορους οικονομικούς κλάδους. Γι’ αυτό, αρκετοί μελετητές της Ιστορίας του Οικονομικού Βίου υποστηρίζουν ότι η Μεγάλη Ύφεση (the Great Depression) στις ΗΠΑ και σε αρκετές χώρες, διήρκεσε την περίοδο 1929-1939 και όχι μόνο την τετραετία 1929-1933.

Στην ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή από τα μέσα του 18ου αιώνα και μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί συνολικά 34 διεθνείς οικονομικές κρίσεις ήπιας ή έντονης έντασης. Οι συγκλονιστικότερες οικονομικές κρίσεις παρατηρήθηκαν τις περιόδους 1873-1879 και 1929-1933 και γι’ αυτό στη διεθνή βιβλιογραφία χαρακτηρίζονται με τον όρο Great Depression. Εν τούτοις, η Μεγάλη Ύφεση της περιόδου 1929-1933 θεωρείται η σφοδρότερη στην πορεία του καπιταλισμού, καθώς η επιδείνωση των κύριων οικονομικών δεικτών στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Μ. Βρετανία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, την Αργεντινή, κ.λπ., ήταν πρωτοφανής και πρωτόγνωρη στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι τα φασιστικά κόμματα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, αναρριχήθηκαν στην κορυφή της κρατικής εξουσίας στη Γερμανία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1930, εκμεταλλευόμενα την έξαρση της ανθρώπινης φτώχειας και της κοινωνικής μιζέριας, που προκλήθηκαν από τη Μεγάλη Ύφεση της περιόδου 1929-1933. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1933 το ποσοστό ανεργίας στη Γερμανία ξεπερνούσε το 30% και στην Ιταλία το 20%, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την έξαρση των κοινωνικών εντάσεων και την δημιουργία πολιτικής αστάθειας, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος στα επερχόμενα ναζιστικά καθεστώτα.

Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι το 2007, η διεθνής οικονομία ήλθε αντιμέτωπη με τις κάμψεις των περιόδων 1973-1974 και 1979-1982. Αμφότερες οι κάμψεις είχαν πολύ μικρές παρενέργειες στις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία, κ.λπ., σε σύγκριση με τις τρομακτικές επιπτώσεις του κραχ της περιόδου 1929-1933. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ την περίοδο 1973-1974, το ποσοστό ανεργίας από 4,9% ανήλθε σε 8,5% και το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε συνολικά -1,4%. Από την άλλη μεριά, την περίοδο 1979-1982 η σωρευτική ελάττωση του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν μόλις -1% και το ποσοστό ανεργίας από 6,8% αυξήθηκε σε 9,7%.

Παράταση της Ύφεσης

Όταν το καλοκαίρι του 2008 ο μαύρος καπνός της ύφεσης έκανε έντονη την παρουσία του στον αμερικανικό ουρανό, αρκετοί “ειδικοί” του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) και άλλων διεθνών οργανισμών, ισχυρίστηκαν ότι η οικονομία των ΗΠΑ πολύ σύντομα θα έβγαινε αλώβητη από την κρίση. Στις πρόσφατες εξαμηνιαίες περιοδικές εκδόσεις τους, το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ προβλέπουν ότι ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ το 2010 θα κυμανθεί γύρω στο 3%, σηματοδοτώντας μία νέα περίοδο ταχύρυθμης ανάπτυξης, τόσο για την αμερικανική όσο και για τη διεθνή οικονομία, αντίστοιχης της περιόδου 1992-2007.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945), οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας είναι άρρηκτα συνυφασμένες με την πορεία της αμερικανικής οικονομίας. Σε τρέχουσες τιμές οι ΗΠΑ παράγουν περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αν αναλογιστούμε ότι πολλές πολυεθνικές εταιρίες αμερικανικών συμφερόντων, δραστηριοποιούνται στην Κίνα, τις Ινδίες, το Μεξικό, τη Βραζιλία, την Αργεντινή και σε πολλές άλλες χώρες, συνάγεται ότι οι ΗΠΑ άμεσα ή έμμεσα παράγουν τουλάχιστον το 35% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αναμφίβολα, η οικονομία των ΗΠΑ συνιστά την ατμομηχανή της διεθνούς οικονομίας, με επακόλουθο οι διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας να προσδιορίζονται από τις ταλαντεύσεις της αμερικανικής οικονομίας.

Τα πρόσφατα στοιχεία είναι αποθαρρυντικά για τις βραχυμεσοπρόθεσμες προοπτικές της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Κατά τη διάρκεια του 2010, η εκτόξευση του ποσοστού ανεργίας πάνω από το 10%, η αισθητή πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η στασιμότητα του εξαγωγικού εμπορίου, η διόγκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η αλματώδης άνοδος των κρατικών χρεών και ελλειμμάτων, η διεύρυνση του ρήγματος στον κατασκευαστικό τομέα, η αύξηση των επισφαλών απαιτήσεων στο τραπεζικό σύστημα και η εντυπωσιακή μείωση των εγχώριων ιδιωτικών αποταμιευτικών πόρων, εκπέμπουν το ζοφερό μήνυμα ότι η φάση της ύφεσης για την οικονομία των ΗΠΑ έχει μεγάλη ουρά. Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ και της Ευρωζώνης το 2010 αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο 1,5%, με αποτέλεσμα το εθνικό τους εισόδημα σε σταθερές τιμές το 2010 να είναι χαμηλότερο από το 2008. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ και η Ευρωζώνη μετά το 2008 διέρχονται παρατεταμένη φάση ύφεσης, διακυβεύοντας έτσι την προσπάθεια ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Ως γνωστό, οι ΗΠΑ και η Ευρωζώνη παράγουν περίπου το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ και συμβάλλουν κατά 40% στη διαμόρφωση του διεθνούς εξαγωγικού εμπορίου, με αποτέλεσμα οι προοπτικές των οικονομιών τους να προδιαγράφουν και τις προοπτικές του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Οι οικονομολόγοι που υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ θα εξέλθουν γρήγορα από τη φάση της κάμψης διαψεύδονται από τη ζωντανή πραγματικότητα. Για την Ευρωζώνη δεν μπορεί να γίνει ιδιαίτερος λόγος, γιατί μετά το 1999, δηλαδή από το έτος ίδρυσής της, διέρχεται ουσιαστικά περίοδο συνεχιζόμενης οικονομικής χαλάρωσης. Η Συνθήκη της Λισαβόνας(2000) απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθεια προαγωγής της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και βελτίωσης των αναπτυξιακών της ρυθμών. Για τη γνώμη μας, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση αναμένεται να παραταθεί το 2011 και η Κίνα θα συνεχίσει να ισχυροποιεί τη θέση της στο διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι. Η κρίση αυτή διαφαίνεται ότι θα αποτελέσει αιτιώδη παράγοντα για την ουσιαστική μεταβολή της αρχιτεκτονικής της παγκόσμιας οικονομίας και την αναβάθμιση του ρόλου της Κίνας στη διαμόρφωση των διεθνών πολιτικοοικονομικών σχέσεων.

Υπεραξίες-Χρέη     

Οι ζημιές που έχει υποστεί το διεθνές νομισματικό σύστημα μετά το 2007, δεν έχουν ακόμα πλήρως καταγραφεί στα αποτελέσματα των διαφόρων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η περίφημη θεωρία της “υπεραξίας” του Karl Marx (1818-1883) σε σημαντικό βαθμό ερμηνεύει τη σημερινή πραγματικότητα. Ο Marx είχε ταυτίσει το (υπερ)κέρδος των ολιγοπωλίων και των μονοπωλίων με την έννοια της υπεραξίας. Η υπεραξία, όπως και το (υπερ)κέρδος, υποδήλωνε την εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους οικονομικά ισχυρούς και τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Ο Marx υποστήριζε ότι το χρηματικό κεφάλαιο, το οποίο δημιουργείται στα πλαίσια λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, αποτελεί την πηγή δημιουργίας όλων των μορφών κεφαλαίου.

Η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια τη μαρξιστική παραδοχή περί υπεραξίας. Η προσπάθεια των πολυεθνικών τραπεζικών ομίλων, να αυξήσουν τις υπεραξίες τους και άρα την κερδοφορία τους, με την επινόηση νέων χρηματοοικονομικών παραγώγων, τα οποία στη συνέχεια αποδείχτηκαν τοξικά προϊόντα και χρηματιστηριακές φούσκες, συνιστά ένα από τους βασικότερους παράγοντες που ώθησε τις πραγματικές οικονομίες των διαφόρων χωρών στη φάση της ύφεσης. Οι υπεραξίες, δηλαδή οι φούσκες και τα τοξικά χρεόγραφα, ναι μεν απέφεραν πρόσκαιρα υπερκέρδη σε τραπεζικούς κολοσσούς και σε ορισμένους “παίκτες” της καπιταλιστικής χρηματαγοράς, ωστόσο οι συγκεκριμένες υπεραξίες ενδέχεται να αποτελέσουν το κυριότερο αίτιο για την εμφάνιση ενός παγκόσμιου οικονομικού κραχ, χειρότερου ίσως εκείνου της περιόδου 1929-1933.

Το υπερμέγεθες δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης, της Ιαπωνίας και αρκετών άλλων χωρών, συνιστά ίσως τον σπουδαιότερο αιτιώδη παράγοντα πρόκλησης ενός    παγκόσμιου οικονομικού κραχ. Αρκεί να αναφερθεί ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας, προβλέπεται το 2010 να φτάσει τα 35 τρισεκ. δολάρια ή 59% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτό το τεράστιο παγκόσμιο δημόσιο χρέος, είναι αμφίβολο κάτω υπό ποιες συνθήκες θα εξακολουθήσει να εξυπηρετείται, αν την επόμενη τριετία οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας ήταν οριακά θετικοί.

Με τα μέχρι τούδε δεδομένα, την τελευταία ιδίως εικοσαετία το χρέος τους χρηματοδοτείται με την προσφυγή σε νέο δανεισμό, με αναπόφευκτη την περαιτέρω άνοδο του συνολικού κρατικού χρέους. Η εξυπηρέτηση ενός διευρυνόμενου δημόσιου χρέους, απαιτεί ολοένα και περισσότερα φορολογικά έσοδα, τα οποία διαχρονικά μπορούν να αυξάνονται μόνο μέσα από το μηχανισμό της αναπτυξιακής διαδικασίας. Δυστυχώς, σε συνθήκες στασιμότητας των τριών βασικών πυλώνων της παγκόσμιας οικονομίας, δηλαδή των ΗΠΑ,  της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας,  οι υπεραξίες και το διογκούμενο παγκόσμιο δημόσιο χρέος, αναμένεται να ρίξουν σε μεγάλες περιπέτειες το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Advertisements
This entry was posted in Διεθνής Οικονομία. Bookmark the permalink.