Στρατηγική για την Ανάπτυξη και τη Βιωσιμότητα των Δημοσίων Οικονομικών

1. Προοίμιο

Η οικονομική ιστορία της Ελλάδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια των υποπεριόδων 1948-1980 και 1980-2013. Οι φάσεις αυτές διέπονται από δύο καίρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Το πρώτο γνώρισμα αφορά τη διαπίστωση ότι την περίοδο 1948-1980, ο μέσος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της χώρας ανήλθε σε 6,5%, σε αντιδιαστολή με την περίοδο 1980-2013 που ο αντίστοιχος μέσος αναπτυξιακός ρυθμός διαμορφώθηκε μόλις σε 1,0%. Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, σχετίζεται με το γεγονός ότι την περίοδο 1948-1980, το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ ουδέποτε υπερέβη το 27%. Αντίθετα, την περίοδο 1980-2013, ο λόγος χρέος κεντρικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ από 20,4% αναμένεται σε 182%.

Την περίοδο 1948-1980 το ποσοστό ανεργίας σπάνια υπερέβαινε το 6%. Οι υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί και το εκτεταμένο μεταναστευτικό ρεύμα στο εξωτερικό της περιόδου 1950-1975, συνέβαλαν ώστε τα εγχώρια ποσοστά ανεργίας να κυμαίνονται γύρω στο 6%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού) και της ΕΛΣΤΑΤ (Ελληνική Στατιστική Αρχή), το 1980 το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας ήταν μόλις 2,4%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 89.000 ανέργους. Από την άλλη μεριά, οι ικανοποιητικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της περιόδου 1948-1980 έδιναν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να συλλέγουν τους απαιτούμενους φορολογικούς πόρους και στη συνέχεια να χρηματοδοτούν τις δαπάνες τους, με επακόλουθο ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα. Ναι μεν ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσίαζε ακαθάριστα ελλείμματα, ωστόσο τα ελλείμματα αυτά ήταν περιορισμένα και δεν απειλούσαν με εκτροχιασμό το δημόσιο χρέος. Η διαφθορά του πολιτικού συστήματος, η φοροδιαφυγή και τα παράνομα εισοδήματα της παραοικονομίας, μπορεί να συνιστούσαν το στίγμα της ελληνικής κοινωνίας και κατά τη φάση 1948-1980, ωστόσο οι αξιόλογοι αναπτυξιακοί ρυθμοί της συγκεκριμένης περιόδου συντελούσαν στη συγκομιδή των αναγκαίων κρατικών εσόδων, ώστε οι κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν άνετα το μεγαλύτερο μέρος των διαχρονικά αυξανόμενων δαπανών τους.

Μετά το 1980 παρατηρείται η δραματική μεταβολή του σκηνικού. Η ελληνική οικονομία την περίοδο 1980-1994 ήλθε αντιμέτωπη με το φάσμα του στασιμοπληθωρισμού, με αναπόφευκτη συνέπεια την τρομακτική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Την περίοδο αυτή το μέσο ποσοστό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ανά απασχολούμενο διαμορφώθηκε μόλις σε 0,5%, το μέσο ποσοστό ανεργίας προσέγγιζε το 10% και τα μέσα επίπεδα του πληθωρισμού υπερέβαιναν το 15%. Η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης ήταν αναπόφευκτη. Την περίοδο 1980-1994 το συνολικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από 29,9% εκτινάχτηκε σε 117,5%.

Η περίοδος 1994-2007 χαρακτηρίζεται για τους αξιόλογους ρυθμούς ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ. Κατά τη φάση 1994-2007, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της εθνικής μας οικονομίας ανήλθε σε 3,6% και το μέσο ποσοστό ανεργίας κυμάνθηκε κάτω από το 9%. Ο λόγος του συνολικού δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ από 117,5% το 1994 ανέβηκε στο 127,9% το 2007, ποσοστιαία άνοδος η οποία ήταν συγκριτικά χαμηλότερη με εκείνη της περιόδου 1980-1994.   Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι με χαλκευμένα δημοσιονομικά στοιχεία, η χώρα μας εισήλθε την 1η Ιανουαρίου 2002 στην Ευρωζώνη. Την περίοδο 1994-2008 η γενική κυβέρνηση για εννέα ημερολογιακά έτη είχε πρωτογενή πλεονάσματα σωρευτικής αξίας 32,4 δις €. Παρά την ύπαρξη των πρωτογενών πλεονασμάτων κατά την περίοδο 1994-2008, το χρέος της γενικής κυβέρνησης από 77 εκτινάχτηκε σε 263,2 δις €. Αξιοσημείωτη είναι η διαπίστωση ότι την περίοδο 1994-2008, αν και ο μέσος αναπτυξιακός ρυθμός της χώρας ήταν 3,6% και το κράτος πέτυχε πρωτογενή πλεονάσματα, ωστόσο σε απόλυτες τιμές το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε 3,42 φορές.

Τα κρατικά πρωτογενή πλεονάσματα δεν συνεπάγονται και την μείωση του δημοσίου χρέους. Στην περίπτωση της Ελλάδος, η διάρθρωση των κρατικών δαπανών, το ύψος των αφανών ελλειμμάτων, το μέρος του χρέους που απεικονίζεται σε “συμφωνίες ανταλλαγής” (swaps), κ.α., είναι σαφέστατο ότι παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μελλοντική συμπεριφορά του δημοσίου χρέους. Για παράδειγμα, αν ο κρατικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει «κρυφές» δαπάνες, που δεν συγκαταλέγονται στις επίσημες δημοσιονομικές δαπάνες, αναπόφευκτο είναι τα υφιστάμενα αφανή ελλείμματα να τροφοδοτούν διαχρονικά την ανοδική τάση του χρέους.

Μετά το 2007 διαπιστούται η συγκλονιστική χειροτέρευση της δημοσιονομικής κατάστασης. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση παρατεταμένης κρίσης, που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009, προκάλεσε έμμεσα τη διεύρυνση του υφεσιακού ρήγματος, με αποτέλεσμα την περίοδο 2008-2013 η συνολική ελάττωση του πραγματικού ΑΕΠ να εκτιμάται σε -27%. Η διεθνής οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009 αποκάλυψε τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τα γυάλινα πόδια στα οποία στηριζόταν.

Σε συνθήκες εντεινόμενης ύφεσης, το συνολικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από 127,9% το 2007 προβλέπεται σε 182,0% το 2013. Αν και κατά τη διάρκεια του 2012 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κουρεύτηκε δύο φορές και το χρέος μειώθηκε συνολικά 144 δις ευρώ, ωστόσο το απόλυτο μέγεθος τους χρέους από 280,3 δις ευρώ τον Μάρτιο 2012, προβλέπεται σε 328 δις ευρώ τον Δεκέμβριο 2013. Όσο η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα παρατείνεται, τόσο το κρατικό χρέος θα αυξάνει ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

Η εξέλιξη του δημοσίου χρέους εξαρτάται από την αναπτυξιακή πορεία της εθνικής μας οικονομίας. Ουδεμία χώρα στο παρελθόν, δεν κατάφερε να μειώσει τα κρατικά της χρέη σε καθεστώς παρατεταμένης ύφεσης. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται για την υπέρμετρη διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου, το πολύ χαμηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας του οικονομικού της συστήματος, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, την πολύπλευρη ανομία στον χώρο της παραοικονομίας, την συγκάλυψη των παρανομιών των ισχυρών παραγόντων της εγχώριας νομενκλατούρας και την αδιαφάνεια στις συναλλαγές του πολίτη με τη δημόσια διοίκηση. Το μέλλον της ελληνικής οικονομίας προδιαγράφεται ζοφερό και προβλέψεις για έξοδο από την σοβούσα οικονομική κρίση είναι παρακινδυνευμένο να διατυπωθούν. 

Η κρίση ανταγωνιστικότητας του οικονομικού μας συστήματος, ευθύνεται για τις σπειροειδείς χρεοκοπίες με τις οποίες έχει έλθει πλέον αντιμέτωπη η Ελλάδα από την άνοιξη του 2010. Μετά την μεταπολίτευση και ιδίως μετά το 1980, όσοι έκρουαν τον κώδωνα κινδύνου στους καρεκλοκατακτητές της εξουσίας, ότι, η τρομακτική άνοδος των κρατικών δαπανών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων απειλούν με πτώχευση τη χώρα, αποκαλούνταν από τους εγχώριους παρακεντέδες, κασσάνδρες και πεσιμιστές. Δυστυχώς, όσοι ανήκαν στην κατηγορία των απαισιόδοξων, δικαιώθηκαν για την ακρίβεια των προβλέψεών τους. Η χρεοκοπία των δημοσίων οικονομικών στις αρχές του 2010, συνέβαλε ώστε η Ελλάδα από τον Μάιο του 2010 να βρίσκεται υπό τον διεθνή έλεγχο των τροϊκανών. Η χώρα μας έχει καταστεί πλέον δεσποτάτο της Γερμανίας, των ΗΠΑ και των υπόλοιπων «προστάτιδων δυνάμεων» του σήμερα.

Η πατρίδα μας βουλιάζει στα χρέη και πορεύεται σε ναρκοπέδιο. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέρα με τη μέρα ολοένα και περισσότερο εξαθλιώνονται. Οι πολιτικοί και οι μπράβοι της εξουσίας φέρουν ακέραιη την ευθύνη για την πτώχευση της χώρας. Μας έβαλαν στην στενωπό των εθνικών περιπετειών. Ωστόσο, ελπίδα μας είναι ότι θα έλθει η στιγμή, που θα λειτουργήσουν οι θεσμοί της δικαιοσύνης και θα αποδοθούν ευθύνες, σε όσους με τις μειοδοτικές οικονομικές τους πολιτικές, ζημίωσαν ανεπανόρθωτα την εθνική οικονομία και εγκλημάτησαν σε βάρος της πατρίδας. Δεν είναι δυνατόν να γίνει κάθαρση του πολιτικοοικονομικού συστήματος, αν δεν προηγηθεί η τιμωρία αυτών που χρεοκόπησαν τη χώρα, έφεραν την τρόικα και άνοιξαν τον ασκό των εθνικών περιπετειών.

 Οι λανθασμένες πολιτικές των μνημονίων, έβαλαν την πατρίδα μας σε μεγάλες περιπέτειες. Αν και το δημόσιο χρέος κουρεύτηκε δύο φορές, εξακολουθεί να αυξάνει με ανησυχητικούς ρυθμούς. Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2013-2016 απέτυχε. Η τρόικα μαζί με την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, προετοιμάζονται για την επιβολή επιπρόσθετων βαρών στην ελληνική κοινωνία. Το πακέτο των δυσβάστακτων οικονομικών μέτρων, αναμένεται να ανακοινωθεί το φθινόπωρο και θα περιλαμβάνονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2014 και στο αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα.

Το στελεχιακό δυναμικό της Νέας Μέρας σε θέματα οικονομικής πολιτικής, έχει πλήρη συνείδηση ως προς τα αίτια που προκαλούν την παρατεταμένη ύφεση της εθνικής οικονομίας μετά το 2008 και την δραματική επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών. Επιτακτική είναι η ανάγκη να εισέλθει η χώρα σε αναπτυξιακή τροχιά. Η επίτευξη σημαντικών αναπτυξιακών ρυθμών και η πειθαρχία των δημοσίων οικονομικών, απαιτεί την προαγωγή της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

 

2. Οι Θεμελιώδεις Άξονες του Οικονομικού Προγράμματος

Η Στρατηγική μας για την Ανάπτυξη και τη Βιωσιμότητα των Δημοσίων Οικονομικών, βασίζεται στους ακόλουθους θεμελιώδεις άξονες:

1) Η εισοδηματική και η φορολογική πολιτική αποκτούν αναπτυξιακή διάσταση, αποσκοπώντας στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, απαιτεί την άνοδο του πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών. Την περίοδο 2010-2013, δηλαδή την περίοδο εφαρμογής των απάνθρωπων μνημονιακών πολιτικών, το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε τουλάχιστον -40%. Οι συνταξιούχοι καταπλακώθηκαν από την χιονοστιβάδα των αντιλαϊκών μέτρων των μνημονίων, διαπιστώνοντας την περίοδο αυτή το στράγγισμα του εισοδήματός τους γύρω στο -45%. Τρόικα και κυβέρνηση φαίνεται να αγνοούν ότι καμία  χώρα δεν μπορεί να πετύχει ικανοποιητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, αν το πραγματικό εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων δεν σημειώνει πραγματική αύξηση στο μακροχρόνιο.

2)  Αξιοποίηση των εθνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας, ο ορυκτός πλούτος, ο αγροτικός τομέας και ο πολιτισμός, συνθέτουν τα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα, που μπορούν να οδηγήσουν την χώρα σε ταχύρυθμη ανάπτυξη. Η επίτευξη υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών απαιτεί την προώθηση της ανταγωνιστικότητας του οικονομικού συστήματος. Διάφοροι κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, γεωπολιτικοί και δημογραφικοί παράγοντες, συνδράμουν στην αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μιας χώρας. Η άνοδος των εξαγωγών, η πειθαρχία των δημόσιων οικονομικών, η ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις, η καταπολέμηση της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, η πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, η ενθάρρυνση της έρευνας, η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, η εύρυθμη λειτουργία του θεσμού της δικαιοσύνης, κ.λπ., αποτελούν παράγοντες οι οποίοι συντελούν στην άνοδο της ανταγωνιστικής θέσης μιας χώρας και άρα στην επίτευξη υψηλών αναπτυξιακών ρυθμών. Αναμφίβολα, η οικονομική ανάπτυξη συνιστά μια πολύπλοκη διαδικασία, τα θετικά αποτελέσματα της οποίας γίνονται φανερά στο μακροχρόνιο.

3) Εξάλειψη των αντικινήτρων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας. Οι αναπτυξιακοί νόμοι εκτός της θέσπισης κινήτρων για την υλοποίηση άρτιων επενδυτικών προγραμμάτων, θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εξάλειψη των διαφόρων αγκυλώσεων, που υπάρχουν στους επιμέρους οικονομικούς κλάδους, εντός των οποίων παράγονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες. Η αρμονική συνεργασία των παραγωγικών υπουργείων και ιδίως του υπουργείου οικονομικών, με τους εκπροσώπους των κλαδικών φορέων, είναι καίριας σημασίας για την εξάλειψη των πάσης φύσεως αντικινήτρων. Στους επιμέρους οικονομικούς κλάδους παράγεται το ΑΕΠ. Άρα, οι προτάσεις και τα μέτρα πολιτικής, που οι εκπρόσωποι των κλαδικών φορέων εισηγούνται στην κυβέρνηση, αναφορικά με την καταπολέμηση των αναπτυξιακών αντικινήτρων, θα πρέπει να τυγχάνουν άμεσης επεξεργασίας και εφαρμογής.    

4) Παροχή αποδοτικών κινήτρων σε επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό. Οι εξαγωγές θα πρέπει να καταστούν το όχημα της αναπτυξιακής μας προσπάθειας. Η διαχρονική αύξηση των εξαγωγών αποτελεί τον σπουδαιότερο παράγοντα, που συντελεί καθοριστικά στην διατηρησιμότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου σαν την Ελλάδα έχουν μικρή εσωτερική αγορά, που ανέρχεται σε μερικά εκατομμύρια καταναλωτές. Αυτό σημαίνει ότι τα περιορισμένα όρια της εσωτερικής αγοράς, δεν δύνανται να στηρίξουν μια αυτοδύναμη αναπτυξιακή πορεία. Επίσης, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι η εσωτερική αγορά μιας χώρας, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παγκόσμιας αγοράς. Άρα, γιατί μια χώρα να θέτει ως κύριο στόχο της αναπτυξιακής της πολιτικής, την υποκατάσταση των εισαγόμενων ξένων προϊόντων με εγχωρίως παραγόμενα, αντί να θέτει ως θεμελιώδη στόχο την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων, τα οποία να συναγωνίζονται τα αντίστοιχα ξένα, σε κάθε αγορά, εγχώρια ή διεθνή; Χώρες που αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς, διαπιστούται ότι οι εξαγωγές και οι εισαγωγές τους σε αγαθά και υπηρεσίες, σημειώνουν διαχρονικά ταυτόχρονη ανοδική τάση. Η διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι ο εξαγωγικός τομέας διαθέτει μηχανισμούς, οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να ωθήσουν το σύνολο της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά. Οι διάφοροι κλάδοι και υποκλάδοι της οικονομίας συσχετίζονται μεταξύ τους, όπως τα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Άρα, αν κάποιος κλάδος ή κλάδοι παρουσιάζουν εξαγωγικό σφρίγος και δυναμισμό, το σύνολο των κλάδων της οικονομίας θα ενεργοποιηθεί, με άμεσο αποτέλεσμα την απρόσκοπτη ανάπτυξη του συνόλου της οικονομίας.

5) Η κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα επιβαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες και όχι τον ελληνικό λαό. Τράπεζες που δεν θα έχουν δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης και εξυπηρέτησης των χρεών τους, θα μπαίνουν σε καθεστώς εκκαθάρισης. Δεν είναι ηθικό και δίκαιο, οι πολίτες και γενικότερα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, να επιβαρύνονται με το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης ζημιογόνων και άνευ θετικών προοπτικών τραπεζικών ιδρυμάτων. Η Τράπεζα της Ελλάδος εννοείται ότι είναι ο θεματοφύλακας της ομαλής και αποδοτικής λειτουργίας του τραπεζικοπιστωτικού μας συστήματος και γι’ αυτό οφείλει να ελέγχει με τεχνοκρατικά κριτήρια και αμεροληψία τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα.

6) Αναπροσαρμογή του ενεργειακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στις ενεργειακές καλλιέργειες. Η αξιοποίηση των εναλλακτικών ενεργειακών καλλιεργειών, θα συμβάλλει στην πρόοδο του γεωργικού τομέα, με θετικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο σύνολο της οικονομίας. Σύμφωνα με επιστημονικές αναλύσεις του τεχνοκρατικού επιτελείου της Νέας Μέρας, η παραγωγική αξιοποίηση των ενεργειακών καλλιεργειών θα έχει εντονότατες θετικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις σε αρκετούς κλάδους του πρωτογενούς, του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα της ελληνικής οικονομίας, με συνολική προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ τουλάχιστον οκτώ δις ευρώ κάθε χρόνο. Παράλληλα, με έξυπνα και εμπεριστατωμένα μέτρα ενεργειακής πολιτικής, δύναται να αξιοποιηθεί αποδοτικά ο υφιστάμενος ορυκτός πλούτος της χώρας, όπως υδρογονάνθρακες, πετρέλαιο, κ.α., καθώς επίσης οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια, κ.α.), οι οποίες βρίσκονται σε αφθονία στον ελλαδικό χώρο. Οι ενεργειακές δυνατότητες της Ελλάδος συνιστούν τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η χώρα μας έχει ευοίωνες προοπτικές να καταστεί σε μερικά χρόνια εξαγωγέας ενεργειακών πόρων.

7) Η οικονομική πολιτική της Ιδιωτικοποίησης μπορεί να αποτελέσει καταλύτη της αναπτυξιακής διαδικασίας. Στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι η οικονομική πολιτική της ιδιωτικοποίησης δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά μία μέθοδος πολιτικής που προϋποθέτει προσεκτικά βήματα και βαθύ συλλογισμό από τους αρμόδιους φορείς κατά την διαδικασία εφαρμογής της. Βασική επιδίωξη της πολιτικής της ιδιωτικοποίησης είναι να μεταφερθούν αρμοδιότητες του κράτους σε ιδιωτικά χέρια, με απώτερο στόχο την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κόστους και την μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας. Η ιδιωτικοποίηση-αποκρατικοποίηση ως μέθοδος οικονομικής πολιτικής, αποσκοπεί κυρίως στην καλυτέρευση της ποιότητας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών, στην προσφορά των παραγόμενων προϊόντων σε προσιτές τιμές προς τους πολίτες και στη βελτίωση της λειτουργίας του κρατικού τομέα.  Με την εφαρμογή καλομελετημένων και εθνικά επωφελών πολιτικών ιδιωτικοποίησης, με την διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο θα συντελεί στην αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας του ευρύτερου δημοσίου τομέα και με την ενθάρρυνση ανταγωνιστικών ιδιωτικών πρωτοβουλιών στα πλαίσια των επιμέρους οικονομικών κλάδων, οι κρατικές δαπάνες όχι μόνο θα μειωθούν, αλλά ταυτόχρονα θα αποκτήσουν παραγωγικότερο χαρακτήρα και θα συμβάλλουν θετικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση της ασκούμενης αναπτυξιακής πολιτικής.

8) Επιτακτική είναι η ανάγκη να χτυπηθούν στη ρίζα τους οι παράνομες δραστηριότητες της παραοικονομίας, όπως λαθρεμπόριο, φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, αρχαιοκαπηλία, δωροδοκία, ξέπλυμα χρήματος κ.λ.π. Η παραοικονομία προκαλεί την ανισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος, τον ανισομερή επιμερισμό των φορολογικών βαρών, την απώλεια άμεσων και έμμεσων φόρων για το κράτος, τη μεγέθυνση της διαφθοράς, κ.λ.π., με επακόλουθη την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και τον εξαναγκασμό της σε αλυσιδωτές χρεοκοπίες. Διαφθορά και παραοικονομία είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η καταπολέμηση της διαφθοράς και η πάταξη των έκνομων παραοικονομικών δραστηριοτήτων, αποτελούν ζωτικές εθνικές προτεραιότητες για την έξοδο από τη δημοσιονομική – οικονομική κρίση.

9) Οι τράπεζες και οι κοινωνικοί εταίροι (ΣΕΒ, κ.λπ.) έχουν καθήκον, να συμμετάσχουν με χειροπιαστά έργα στην ανασυγκρότηση της εθνικής οικονομίας και την έξοδό της από την παρατεταμένη κρίση. Σημαντικά μέλη των κοινωνικών εταίρων αποτελούν βασικούς μετόχους των τραπεζικών ιδρυμάτων.  Οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην αναπτυξιακή ανάταση της χώρας. Tο τραπεζικοπιστωτικό σύστημα είναι αυτό που χρηματοδοτεί τις επενδυτικές δραστηριότητες των διαφόρων οικονομικών μονάδων και εννοείται ότι ενδιαφέρεται να αξιοποιεί τις καταθέσεις, δηλαδή το αποταμιευτικό στέρημα του ελληνικού λαού, σε κερδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες. Αν οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για την αξιοποίηση των αποταμιευτικών πόρων του ελληνικού λαού σε παραγωγικές και προσοδοφόρες δραστηριότητες, τότε ποιος θα ενδιαφερθεί; Παράλληλα, η προσέλκυση κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις θα πρέπει να συνιστά βασική προτεραιότητα των εγχώριων τραπεζών και των κοινωνικών εταίρων. Οι άμεσες επενδύσεις θεωρούνται κεντρική παράμετρος της αναπτυξιακής διαδικασίας. Η διεθνής οικονομική ιστορία αποκαλύπτει ότι καμία χώρα του κόσμου, δεν μπορεί να πετύχει αξιόλογους αναπτυξιακούς ρυθμούς, αν δεν καταφέρνει να προσελκύει σε ετήσια βάση σημαντικά ξένα κεφάλαια, για την χρηματοδότηση μακρόπνοων επενδυτικών έργων.

10) Αναβάθμιση του θεσμού της παιδείας, ώστε το ανθρώπινο κεφάλαιο να καταστεί ο βασικός μοχλός της αναπτυξιακής προσπάθειας.  Από την εμπειρία των προηγμένων χωρών, αποκομίζεται το ιστορικό δίδαγμα ότι ο ανθρώπινος παράγων παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην οποιαδήποτε αναπτυξιακή προσπάθεια. Χώρες με πλούσια αποθέματα πρώτων υλών π.χ. διάφορες αφρικανικές, ασιατικές ή λατινοαμερικανικές χώρες, θα διέρχονται για πολλές δεκαετίες ακόμη τη φάση της υπανάπτυξης, αν δεν βελτιώσουν την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού τους. Η διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης και της προαγωγής των κοινωνικοοικονομικών θεσμών, απαιτεί την προσφορά ανθρώπινου δυναμικού ποιοτικά και ποσοτικά ικανού, να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μια τέτοια μακρόπνοη προσπάθεια.

11) Ενίσχυση και χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας. Οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα οφείλουν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι η έρευνα πληρώνεται και γι’ αυτό κάποιο ποσοστό των ετήσιων γενικών τους εξόδων, θα πρέπει να έχει προορισμό την επιστημονική έρευνα σε θέματα εξαγωγικού μάρκετινγκ, σχεδιασμού, τυποποίησης, ελέγχου ποιότητας, συσκευασίας, διακίνησης προϊόντων, κ.λπ. Οι μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα μας και ιδίως οι επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, δεν θα πρέπει να αρκούνται στην αντιγραφή των μεθόδων παραγωγής που αρχικά υιοθετήθηκαν στις αναπτυγμένες χώρες, αλλά ένα μέρος του ετήσιου προϋπολογισμού τους, χρήσιμο είναι να προορίζεται σε σοβαρούς ερευνητικούς σκοπούς. Το μυαλό του Έλληνα διαθέτει τεράστιες δυνατότητες. Αρκεί να διαμορφωθούν οι απαραίτητες θεσμικές συνθήκες, για να απελευθερώσει τις πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις. Η επιστημονική έρευνα και η διάχυση της επιχειρηματικότητας σε όλα τα κανάλια της οικονομίας, συνιστούν τους ουσιαστικούς παράγοντες για καινοτόμες τεχνολογικές εξελίξεις και την δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών. Οι ευρεσιτεχνίες σε καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και νέα ανταγωνιστικά προϊόντα πρέπει να ενθαρρύνονται και να υλοποιούνται άμεσα. Το ελληνικό πανεπιστήμιο και οι διάφοροι φορείς επιστημονικής έρευνας, σε συνεργασία με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή η θεωρία με την πράξη, θα πρέπει να καταστούν εργαστήρι επινόησης πρωτοποριακών μεθόδων σκέψης και παραγωγής.

12) Αυστηρός έλεγχος των κρατικών δαπανών, που αφορούν λειτουργικές δαπάνες του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Η Νέα Μέρα έχει επεξεργαστεί ενδελεχείς προτάσεις και θεσμικά μέτρα πολιτικής, για τη σημαντική συρρίκνωση των πρωτογενών λειτουργικών δημοσίων δαπανών. Η μείωση των κρατικών δαπανών, προϋποθέτει αποφασιστικές και καλομελετημένες θεσμικές παρεμβάσεις στους διαφόρους φορείς που συνθέτουν τον δημόσιο τομέα. Από την προαγωγή της παραγωγικότητας της δημόσιας διοίκησης, τον περιορισμό ή την κατάργηση διαφόρων κρατικών φορέων που παράγουν αναποτελεσματικό κοινωνικό έργο και την αποδοτικότερη συνεργασία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, ο κρατικός μηχανισμός δύναται να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στην αύξηση της κοινωνικής ευημερίας και την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας.

Σήμερα, οι Έλληνες πολίτες αγναντεύουν το μέλλον, με καταθλιπτικό ύφος και μελαγχολικές σκέψεις. Η ζοφερή περίοδος των μνημονίων, θα παραμείνει στην οικονομική ιστορία της Ελλάδος, ως δίδαγμα αποφυγής σφαλμάτων και χαμένων ευκαιριών. Τα προβλήματα όμως συσσωρεύτηκαν και τα οράματα χάθηκαν. Αυτό που απομένει είναι η περίσκεψη, ο προβληματισμός και η συγκρότηση των πνευματικών δυνάμεων για ένα νέο ξεκίνημα. Αυτή ακριβώς είναι η επιδίωξη των προγραμματικών θέσεων της Νέας Μέρας. Να προταθεί δηλαδή στον ελληνικό λαό, η Στρατηγική  μέσω της οποίας θα φανεί στο βάθος του ορίζοντα, η ηλιαχτίδα της ελπιδοφόρας ανάπτυξης, που θα συνδράμει  στην πολυπόθητη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Τα ελπιδοφόρα οράματα όμως δεν δημιουργούνται με ατελέσφορες μνημονιακές πολιτικές, αλλά είναι το αποτέλεσμα έξυπνων και με φαντασία μέτρων μακροοικονομικής πολιτικής.

Τα ανάμικτα αισθήματα απογοήτευσης μπορούν να μεταβληθούν σε αισιόδοξα μηνύματα και το χαμόγελο να λάμψει στα πρόσωπα όλων μας, αν οι προαναφερθέντες άξονες της οικονομικής πολιτικής γίνουν χειροπιαστό γεγονός. Τίποτα δεν έχει χαθεί ακόμα για την οικονομία του τόπου. Η εμπειρία των αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων της περιόδου 2008-2013, θα πρέπει να γίνει δίδαγμα και προπομπός για την επιλογή των καλύτερων λύσεων στο μέλλον. Η ταχύρυθμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας καθιστά το χρέος βιώσιμο. Η επίτευξη ικανοποιητικών αναπτυξιακών ρυθμών, θα συντελέσει στην δημιουργία σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό. Με μέσους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την επόμενη δεκαπενταετία, επιλύεται ο γόρδιος δεσμός του δημοσιονομικού προβλήματος, χωρίς μνημονιακές συμβάσεις και πολιτικές εξαρτήσεις από ξένους πιστωτές.

Advertisements
This entry was posted in Ανταγωνιστικότητα & Οικονομική Ανάπτυξη and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.